Donations

της Κατερίνας Οικονομάκου

Πενήντα χρόνια από τους Ολυμπιακούς του Μονάχου του 1972, όταν παλαιστίνιοι τρομοκράτες δολοφόνησαν έντεκα ισραηλινούς αθλητές, οι οικογένειες των θυμάτων απαιτούν από τη Γερμανία να αναλάβει τις ευθύνες που της αναλογούν για την τραγωδία. Τι συνέβη όμως εκείνο το δραματικό 24ωρο; Μιλήσαμε με έναν από τους επιζώντες.

Ο Σάουλ Λαντάνι κρατάει ακόμη τα αποκόμματα του γερμανικού Τύπου από τις έντεκα πρώτες ημέρες των Ολυμπιακών Αγώνων του 1972. Ανάμεσα σε αυτά υπάρχει ένα δημοσίευμα της Süddeutsche Zeitung με τίτλο «Ο Σάουλ Λαντάνι βαδίζει σε γνώριμο έδαφος». Ο 36χρονος τότε αθλητής, που είχε έρθει στο Μόναχο για να εκπροσωπήσει το Ισραήλ στο αγώνισμα του βάδην, ήταν επιζών του Ολοκαυτώματος. Όταν ο Λαντάνι είχε περπατήσει για πρώτη φορά σε γερμανικό έδαφος ήταν οκτώ ετών, φυλακισμένος μαζί με την οικογένειά του στο στρατόπεδο του Μπέργκεν Μπέλσεν.

Για τους Γερμανούς, οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1972 ήταν μια ευκαιρία να δείξουν στον κόσμο ότι η χώρα τους δεν είχε πια καμιά σχέση με το Τρίτο Ράιχ, λέει ο 86χρονος σήμερα Λαντάνι, που μας μιλάει μέσω zoom από το σπίτι του στο Όμερ, μια πόλη στο νότιο Ισραήλ, κοντά στα σύνορα με την έρημο της Νεγκέβ. Οι τελευταίοι Ολυμπιακοί Αγώνες που είχαν φιλοξενηθεί στη Γερμανία, στο Βερολίνο του 1936, έχουν μείνει στην ιστορία ως μια επαίσχυντη φιέστα ναζιστικής προπαγάνδας.

Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αργότερα, οι Γερμανοί διοργανωτές κατέβαλαν κάθε προσπάθεια να αποτρέψουν τους συνειρμούς. Τίποτε δεν έπρεπε να παραπέμπει στο παρελθόν – αυτός ήταν ο λόγος που αποκλείστηκαν οι αστυνομικοί από το Ολυμπιακό Χωριό. Υπεύθυνοι για την τήρηση της τάξης ήταν 2.000 υπάλληλοι ασφαλείας που κυκλοφορούσαν άοπλοι και ξεχώριζαν μόνο από τις ειδικά σχεδιασμένες στολές τους. Μέσα σε εκείνο το κλίμα ευφορίας και –όπως επρόκειτο να αποδειχθεί αδικαιολόγητης– ανεμελιάς, οκτώ παλαιστίνιοι τρομοκράτες μπήκαν ανενόχλητοι στις εγκαταστάσεις και κατευθύνθηκαν προς τα διαμερίσματα της αντρικής ομάδας του Ισραήλ.

Ήταν ξημερώματα της 5ης Σεπτεμβρίου. Τις επόμενες είκοσι ώρες εξελίχθηκε μία από τις χειρότερες τρομοκρατικές επιθέσεις που έχουν ποτέ συμβεί σε αθλητική διοργάνωση. Το πρωί της 6ης Σεπτεμβρίου 1972, έντεκα Ισραηλινοί και ένας γερμανός αστυνομικός ήταν νεκροί. Ο Σάουλ Λαντάνι ήταν ένας από τους λίγους αθλητές που κατάφεραν να ξεφύγουν από τους τρομοκράτες. Για δεύτερη φορά επιζών – «ο απόλυτος επιζών», όπως θα τον χαρακτήριζαν αργότερα οι New York Times.


Η Γερμανία ζήτησε συγγνώμη μόλις το 2017

Μισό αιώνα μετά, οι οικογένειες των θυμάτων επιμένουν ότι η Γερμανία δεν έχει αναλάβει τις ευθύνες που της αναλογούν, όχι μόνο για τη χαοτική και απολύτως αποτυχημένη επιχείρηση για τη διάσωση των αθλητών, αλλά και για τη συγκάλυψη αυτών των ευθυνών επί δεκαετίες. Μέχρι και σήμερα, άλλωστε, δεν έχει δοθεί στις οικογένειες πρόσβαση στον πλήρη φάκελο της υπόθεσης. Και η πρώτη φορά που η Γερμανία ζήτησε συγγνώμη ήταν μόλις το 2017, από τα χείλη του Πρόεδρου Φρανκ Βάλτερ Στάινμαϊερ. […]

«Στις 4 Σεπτεμβρίου θα είμαι στην τελετή μνήμης για τα 70 χρόνια από την απελευθέρωση του Μπέργκεν-Μπέλσεν», μου είπε ο Λαντάνι. «Θα πάω την επόμενη μέρα στο Μόναχο, μόνο εάν πάει ολόκληρη η ισραηλινή αποστολή». […]


«Φεύγοντας από το Ισραήλ μας είχαν δώσει οδηγίες ασφαλείας, τις έχω ακόμη»

Αναρωτιέμαι με τι αισθήματα ταξίδευε ο Σάουλ Λαντάνι στη Γερμανία τον Αύγουστο του 1972. […]

Φτάνοντας δεκαετίες αργότερα στο Μόναχο, ένας από τους λίγους Εβραίους της Γιουγκοσλαβίας που είχαν βγει ζωντανοί από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Λαντάνι λέει ότι υπολόγιζε την ηλικία των ανθρώπων με τους οποίους διασταυρωνόταν. «Εάν κάποιος ήταν σε ηλικία που θα μπορούσε να έχει συνδράμει τη ναζιστική μηχανή, τότε δεν του απευθυνόμουν. Εάν ήταν αρκετά νέος, δεν είχα πρόβλημα. Δεν μπορείς να διαιωνίζεις το μίσος, να το μεταφέρεις από γενιά σε γενιά. Άλλωστε πολλοί νέοι ένιωθαν βαθιά ντροπή για τους γονείς και τους παππούδες τους».

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως ένιωθε και απολύτως ασφαλής εκείνο το καλοκαίρι. «Θα σας πω το εξής: Η ισραηλινή αεροπορία είχε γίνει στόχος επιθέσεων από Άραβες τρομοκράτες ήδη τη δεκαετία του 1970. Όποιος Ισραηλινός είχε τα μάτια του ανοιχτά, ήξερε ότι υπήρχε ένα ρίσκο. Φεύγοντας από το Ισραήλ μας είχαν δώσει οδηγίες ασφαλείας, τις έχω ακόμη. Δεν έπρεπε να παραλάβουμε, για παράδειγμα, κανένα πακέτο, από φόβο ότι θα μπορούσε να είναι βόμβα και να μην περπατάμε στο δρόμο φορώντας σύμβολα του Ισραήλ».

Την ίδια στιγμή, όμως, οι αθλητές δεν ένιωθαν κανένα φόβο, συνεχίζει ο Λαντάνι, διότι θεωρούσαν αδιανόητο ότι θα μπορούσε να παραβιάσει κάποιος την Ολυμπιακή Εκεχειρία. «Ήταν ταμπού, δεν το φανταζόμασταν. Ξέραμε μεν ότι ως Ισραηλινοί παίρνουμε ρίσκο ταξιδεύοντας, αλλά μέσα στο Ολυμπιακό Χωριό αισθανόμασταν απολύτως ασφαλείς». Αυτό, ωστόσο, δεν αποτελούσε δικαιολογία για τις υπηρεσίες ασφαλείας, σε μια εποχή που εκδηλώνονταν τρομοκρατικές επιθέσεις, προσθέτει. «Στο Ολυμπιακό Χωριό ήταν εντελώς χαλαρή η ασφάλεια, μπορούσε να μπει μέσα οποιοσδήποτε».

«Οι Άραβες σκότωσαν τον Μούνι»

«Το δικό μου αγώνισμα ήταν στις 3 Σεπτεμβρίου. Η επόμενη, 4 Σεπτεμβρίου, ήταν η πρώτη μου ελεύθερη μέρα και μαζί με την υπόλοιπη ομάδα ήμασταν καλεσμένοι σε μια παράσταση του Βιολιστή στη Στέγη, όπου τον πρωταγωνιστικό ρόλο είχε ένας διάσημος ισραηλινός ηθοποιός, ο Σμουέλ Ροντένσκι. Στο διάλειμμα πήγαμε όλοι στα παρασκήνια για να φωτογραφηθούμε μαζί του. Για πολλούς από την ομάδα μας, ήταν η τελευταία τους φωτογραφία». […]

Ο Λαντάνι έμενε στο 2ο διαμέρισμα. Στο 1ο διαμέρισμα έμενε ένας από τους προπονητές, ο Μοσέ Βάινμπεργκ, –«ο Μούνι, όπως τον φωνάζαμε»– ο οποίος του είχε ζητήσει να του δανείσει το ξυπνητήρι του. «Του το πήγα στη 01:00 π.μ. και μετά έμεινα ξύπνιος ως τις 3 το πρωί, διαβάζοντας εφημερίδες και κόβοντας αποκόμματα. Στις 05:30 νιώθω κάποιον να με αγγίζει. Ήταν ο Ζέλιγκ Στρο. «Οι Άραβες σκότωσαν τον Μούνι». Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου νόμιζα ότι μου έκανε πλάκα, ήταν διαβόητος πλακατζής. Αλλά ποιος αστειεύεται για τέτοια πράγματα; Ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω ότι ο συγκάτοικός μου είχε αρχίσει να ντύνεται. Έβαλα τα αθλητικά παπούτσια μου και πήγα στην πόρτα που έβγαζε στον διάδρομο. Την άνοιξα λίγα εκατοστά – άνοιγε προς τα μέσα».

Τέσσερα-πέντε μέτρα μακριά του, μπροστά στην είσοδο του 3ου διαμερίσματος, στεκόταν μια γυναίκα της ασφάλειας και μιλούσε με έναν άντρα με σκούρα επιδερμίδα, ο οποίος φορούσε καπέλο. Ο Λαντάνι μπορούσε να τους ακούσει. «Αργότερα, όταν είδα τις φωτογραφίες τον αναγνώρισα. Ήταν αυτός που τον έλεγαν Ίσα. Η γυναίκα προσπαθούσε να τον πείσει να επιτρέψει στον Ερυθρό Σταυρό να μπει στο διαμέρισμα να προσφέρει βοήθεια σε κάποιον. Αυτός αρνιόταν και η γυναίκα του έλεγε “μα δεν είναι ανθρώπινο”. “Ούτε οι Εβραίοι είναι ανθρώπινοι” τον άκουσα να της απαντάει».

Ο Λαντάνι έκλεισε αθόρυβα την πόρτα και πήγε πίσω στο δωμάτιο όπου ήταν οι συγκάτοικοί του. «Κάποιος τράβηξε την κουρτίνα κι έδειξε κάτω, προς την είσοδο του 1ου διαμερίσματος. Νομίζω ότι ήταν ο Ζέλιγκ. Μας είπε «βλέπετε αυτήν την κηλίδα; Είναι από το αίμα του Μούνι. Έχουν ήδη απομακρύνει το πτώμα του». Τότε ένας άλλος είπε ότι πρέπει να φύγουμε, γρήγορα». Ο Λαντάνι μου εξηγεί πώς έφυγαν από την πίσω πόρτα προσπαθώντας να μην γίνουν αντιληπτοί.


«Προσπέρασαν το διαμέρισμα με τους αθλητές της σκοποβολής»

Οι οκτώ Παλαιστίνιοι, μέλη της τρομοκρατικής οργάνωσης «Μαύρος Σεπτέμβρης», είχαν μερικές ώρες νωρίτερα μπει στο Ολυμπιακό Χωριό, μεταμφιεσμένοι σε αθλητές, με σάκους στους οποίους είχαν κρύψει τα όπλα τους κάτω από ρούχα. Ο τοίχος του Ολυμπιακού Χωριού φυλασσόταν μόνο από δυο άοπλους αστυνομικούς. Όποιος ήθελε να μπει στις εγκαταστάσεις, έμπαινε χωρίς κανένα πρόβλημα. […]

Οι τρομοκράτες κατευθύνονται προς τα διαμερίσματα της ισραηλινής ομάδας – δυο από αυτούς είχαν το προηγούμενο διάστημα εργαστεί στις εγκαταστάσεις, εξηγεί ο Λαντάνι, και ήξεραν πού πήγαιναν. Επιπλέον, μέσα στο Ολυμπιακό Χωριό μπορούσε κανείς να ζητήσει και να τυπώσει πληροφορίες για οποιονδήποτε αθλητή. Και τα ονόματα όλων ήταν πάνω στις πόρτες των διαμερισμάτων τους. Οι Παλαιστίνιοι εισβάλλουν στο 1ο διαμέρισμα, όπου μένουν οι προπονητές. Ο Μοσέ Βάινμπεργκ προσπαθεί να αντεπιτεθεί, τον πυροβολούν και τον τραυματίζουν. […]

«Δεν έχω αποδείξεις, προφανώς, αλλά πιστεύω ότι οι τρομοκράτες γνώριζαν ότι οι αθλητές της σκοποβολής ήταν οι μόνοι άνθρωποι στο χωριό που είχαν την άδεια να φέρουν όπλα και ήξεραν πώς να τα χρησιμοποιήσουν. Γι’ αυτό απέφυγαν το διαμέρισμά μας», λέει.

Οι τρομοκράτες καταφέρνουν να πιάσουν ομήρους 14 αθλητές και να τους οδηγήσουν όλους στο 1ο διαμέρισμα. Ένας από τους παλαιστές, ο Γκαντ Τσομπάρι, θα καταφέρει να τους ξεφύγει τη στιγμή που ο Βάινμπεργκ κάνει μια τελευταία, απελπισμένη προσπάθεια να αφοπλίσει έναν τρομοκράτη. Δεν θα τα καταφέρει, θα τον πυροβολήσουν και θα τον σκοτώσουν. Θα πετάξουν το πτώμα του, γυμνό, στον κήπο πίσω από το διαμέρισμα. Λίγα λεπτά αργότερα, θα τραυματίσουν σοβαρά τον αρσιβαρίστα Γιόσεφ Ρομάνο, που είχε επιτεθεί σε έναν άλλον από τους Παλαιστινίους. Θα αφήσουν τον Ρομάνο να πεθάνει από αιμορραγία στο πάτωμα, ανάμεσα στους φίλους του.

Στο μεταξύ ο Σάουλ Λαντάνι και οι άλλοι πέντε από το 2ο διαμέρισμα δίνουν κατάθεση στην Αστυνομία. Ο Λαντάνι στη συνέχεια φεύγει, θέλει να βγει έξω. Είναι ο μόνος από τους ισραηλινούς αθλητές που κυκλοφορεί ακόμη έξω. «Οι άλλοι ήταν νέοι, άπειροι. Εγώ ήμουν ήδη 36 ετών, είχα πείρα, ήμουν λέκτορας στο πανεπιστήμιο, έφεδρος αξιωματικός του Πυροβολικού, είχα ήδη πολεμήσει στον Πόλεμο των Έξι Ημερών, είχα επιζήσει από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όχι, δεν φοβόμουν». Τις επόμενες ώρες ο Λαντάνι θα παρακολουθήσει τη γερμανική επιχείρηση για τη διάσωση των φίλων του. Ο τόνος της φωνής του φανερώνει περιφρόνηση και θυμό. «Όλη η επιχείρηση ήταν ερασιτεχνική, απολύτως ερασιτεχνική», λέει. «Αλλά είχα μέσα μου την ελπίδα ότι θα τα καταφέρουν, όλοι το πιστεύαμε».


Η τηλεόραση μετέδιδε ζωντανά την επιχείρηση της Αστυνομίας

Οι τρομοκράτες ανακοινώνουν ότι απαιτούν να απελευθερωθούν από τις ισραηλινές φυλακές πάνω από 200 παλαιστίνιοι κρατούμενοι. Ζητούν, επίσης, να αφεθούν ελεύθεροι η Ουλρίκε Μάινχοφ και ο Αντρέας Μπάαντερ. Και θέλουν να τους δοθεί ένα αεροσκάφος που θα τους μεταφέρει σε προορισμό της επιλογής τους, κάπου στη Μέση Ανατολή.

Ταυτόχρονα με τις διαπραγματεύσεις, οι Γερμανοί αρχίζουν να σχεδιάζουν την επιχείρηση διάσωσης. Οι λεπτομέρειες και το μέγεθος της προχειρότητας, ή κατ’ άλλους απόλυτης ασχετοσύνης και ανικανότητας, που χαρακτήρισαν εκείνη την επιχείρηση της γερμανικής Αστυνομίας, θα γίνονταν γνωστές πολλά χρόνια αργότερα.

Ήδη από την πρώτη στιγμή, όμως, ήταν φανερός ο χαοτικός χειρισμός της υπόθεσης. Το Ισραήλ πρότεινε να στείλει ειδική ομάδα για να βοηθήσει στη διάσωση, αλλά οι Γερμανοί το αρνήθηκαν καθώς δεν το επέτρεπε το Σύνταγμά τους. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορούσε ούτε ο γερμανικός Στρατός να βοηθήσει την Αστυνομία. Οι αστυνομικοί, όμως, που επιστρατεύθηκαν για να αντιμετωπίσουν τους τρομοκράτες, ήταν εντελώς ανεκπαίδευτοι. Στο μεταξύ, φτάνει στο Μόναχο ο αρχηγός της Μοσάντ Ζβι Ζαμίρ. «Δεν έκαναν την παραμικρή προσπάθεια να σώσουν τις ζωές ούτε των δικών μας, αλλά ούτε και των δικών τους» θα πει αργότερα ο Ζαμίρ.

Η πρωθυπουργός του Ισραήλ Γκόντα Μέιρ απορρίπτει τα αιτήματα του Μαύρου Σεπτέμβρη, λέγοντας ότι «αν ενδώσουμε, κανένας Ισραηλινός οπουδήποτε στον κόσμο δεν θα μπορέσει πια να νιώθει ασφαλής». Οι Γερμανοί πείθουν τους τρομοκράτες ότι οι διαπραγματεύσεις με τους Ισραηλινούς συνεχίζονται, για να κερδίσουν χρόνο και στέλνουν στο Ολυμπιακό Χωριό μια ομάδα από 38 αστυνομικούς, μεταμφιεσμένους σε αθλητές.

Το σχέδιο ήταν να ανέβουν στην οροφή του κτιρίου στην Connolystr. 31, να κατέβουν από τα φρεάτια του εξαερισμού και να απελευθερώσουν τους ομήρους. Οι εικόνες από τους αστυνομικούς να ανεβαίνουν στο κτίριο και να παίρνουν θέση μεταδίδονται ζωντανά από τα τηλεοπτικά συνεργεία σε ολόκληρο τον κόσμο. Τηλεοράσεις, βεβαίως, υπήρχαν σε όλα τα διαμερίσματα μέσα στο Ολυμπιακό Χωριό, κάτι που οι Γερμανοί συνειδητοποιούν στο παρά πέντε και ακυρώνουν την έφοδο.


«Αμφιβάλλω ακόμη και αν ήταν πράγματι σκοπευτές»

Είναι πλέον 10 το βράδυ, όταν οι δυο πλευρές φτάνουν σε κάποια συμφωνία: Οι τρομοκράτες μαζί με τους ομήρους τους θα μεταφερθούν στην αεροπορική βάση του Φύρστενφελντμπρουκ, 25 χλμ. από το Μόναχο, όπου θα τους περιμένει ένα Μπόινγκ 727 για να τους μεταφέρει σε κάποιο αραβικό κράτος. Οι Γερμανοί, στο μεταξύ, έχουν τοποθετήσει πέντε ελεύθερους σκοπευτές σε διαφορετικά σημεία στο αεροδρόμιο, ενώ μέσα στο Μπόινγκ βρίσκονται 17 αστυνομικοί μεταμφιεσμένοι σε μέλη πληρώματος της Lufthansa. Αυτοί έχουν την αποστολή να επιτεθούν και να αφοπλίσουν τον τρομοκράτη που θα πήγαινε να ελέγξει το αεροσκάφος. Στη συνέχεια, οι ελεύθεροι σκοπευτές θα σκότωναν τους υπόλοιπους, τη στιγμή που τεθωρακισμένα οχήματα θα έσπευδαν να απομακρύνουν τους ομήρους.

Οι ελεύθεροι σκοπευτές ήταν πέντε, διότι τόσοι νόμιζε η Αστυνομία πως ήταν και οι τρομοκράτες. Μόνο όταν μπήκαν στο ελικόπτερο κατάλαβαν ότι ήταν οκτώ. Αλλά ούτε και τότε ειδοποίησαν τους ελεύθερους σκοπευτές – οι οποίοι παρεμπιπτόντως δεν είχαν και τρόπο να επικοινωνούν μεταξύ τους. Την ώρα που τα ελικόπτερα προσγειώνονταν στο Φύρστενφελντμπρουκ, οι αστυνομικοί που βρίσκονταν μέσα στο Μπόινγκ, φοβούμενοι –επειδή ήταν εντελώς ανεκπαίδευτοι– ότι αυτό που είχαν αναλάβει ήταν αποστολή αυτοκτονίας, ψήφισαν μεταξύ τους κι αποφάσισαν ομόφωνα να εγκαταλείψουν το αεροσκάφος. Αυτό και έκαναν, δευτερόλεπτα πριν προσγειωθούν τα δυο ελικόπτερα.

Όταν οι δυο από τους τρομοκράτες πήγαν να ελέγξουν το αεροσκάφος, διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε πλήρωμα. Βγαίνοντας έριξαν τον πρώτο πυροβολισμό. Οι ελεύθεροι σκοπευτές απάντησαν – παρεμπιπτόντως, δεν φορούσαν αλεξίσφαιρα γιλέκα, ούτε κράνη. «Αμφιβάλλω ακόμη και αν ήταν πράγματι σκοπευτές», θα σχολίαζε αργότερα ο Ζβι Ζαμίρ, λέγοντας ότι δεν έδειχναν να ξέρουν τι κάνουν. Και οι αστυνομικοί που κάποια στιγμή έφτασαν για ενίσχυση, μπέρδεψαν έναν ελεύθερο σκοπευτή κι έναν πιλότο ελικοπτέρου με τους τρομοκράτες και τους πυροβόλησαν τραυματίζοντάς τους σοβαρά.

Η Αστυνομία είχε ξεχάσει να ζητήσει να φτάσουν εγκαίρως στο αεροδρόμιο τα θωρακισμένα οχήματα που υποτίθεται ότι θα απομάκρυναν τους ομήρους. Τους έστειλαν μήνυμα να ξεκινήσουν, 20 ολόκληρα λεπτά αφότου είχαν αρχίσει οι πυροβολισμοί. Τα οχήματα κόλλησαν στην κίνηση –διότι οι γύρω δρόμοι είχαν φρακάρει από τα αυτοκίνητα με τους περίεργους που συνέρρεαν να παρακολουθήσουν την επιχείρηση διάσωσης. Το αποτέλεσμα ήταν ότι έκαναν μια ώρα να φτάσουν από το Μόναχο.

Τα μεσάνυχτα, εκπρόσωπος της γερμανικής κυβέρνησης ανακοίνωσε ότι όλοι οι όμηροι είχαν σωθεί. «Το ακούσαμε στο ραδιόφωνο, ησυχάσαμε. Μερικές ώρες αργότερα μας ξύπνησαν για να μας πουν ότι είχαν όλοι σκοτωθεί», θυμάται ο Λαντάνι. Η αλήθεια ήταν ότι στις 12:30 π.μ., την 6η Σεπτεμβρίου, όλα είχαν τελειώσει. Οι έντεκα όμηροι ήταν όλοι νεκροί. Νεκρός ήταν και ένας γερμανός αστυνομικός, καθώς και οι πέντε από τους οκτώ τρομοκράτες. Οι άλλοι τρεις συνελήφθησαν.

«Η θλίψη μου ήταν μεγάλη, αλλά δεν μπορούσα να κλάψω»

Λέω στον Λαντάνι ότι είχα διαβάσει κάπου ότι στο άκουσμα της είδησης, μετά από τόσες ώρες έντασης, όλοι στην ισραηλινή αποστολή ξέσπασαν σε κλάματα, εκτός από εκείνον. «Δεν μπορώ να κλάψω. Η θλίψη μου ήταν μεγάλη, αλλά δεν μπορούσα να κλάψω. Ποτέ δεν κλαίω, δεν μπορώ. Έχω ζήσει πολλά, έχουν υπάρξει στη ζωή μου μεγάλες τραγωδίες». Πίσω στο Ισραήλ, στο μεταξύ, το όνομά του δεν βρίσκεται στη λίστα με τους επιζώντες. Ο Λαντάνι είχε προσπαθήσει από την πρώτη στιγμή να επικοινωνήσει με τη γυναίκα του αλλά δεν τα είχε καταφέρει. Και στη Γερμανία, τα μέσα ενημέρωσης τον έχουν αρχικά για νεκρό.

«Τη δεύτερη φορά σε γερμανικό έδαφος, ο Λαντάνι δεν στάθηκε τυχερός», είναι ο τίτλος του κομματιού που θα δημοσιεύσει η Süddeutsche Zeitung. Κατάφερα κάποια στιγμή να βγάλω γραμμή και να μιλήσω στη γυναίκα μου, που με είχε για νεκρό. […]

Οι Αγώνες –που είχαν προσωρινά διακοπεί μόνο μετά από μεγάλη πίεση– ξεκίνησαν πάλι, το ίδιο απόγευμα της 6ης Σεπτεμβρίου. Οι Ισραηλινοί επέστρεψαν με τους νεκρούς στην πατρίδα τους.

Οι πέντε νεκροί τρομοκράτες παραδόθηκαν στη Λιβύη, όπου κηδεύτηκαν με τιμές ηρώων. Όσο για τους τρεις επιζώντες τρομοκράτες, αυτοί δεν επρόκειτο να δικαστούν ποτέ. Στις 29 Οκτωβρίου 1972, ούτε τρεις μήνες από την επίθεση στο Μόναχο, ένα αεροσκάφος της Lufthansa που πετούσε από την Δαμασκό προς την Φρανκφούρτη μέσω Βηρυτού πέφτει θύμα αεροπειρατείας. Οι αεροπειρατές απαιτούν την απελευθέρωση των τριών τρομοκρατών. Οι Γερμανοί σπεύδουν να αποδεχτούν το αίτημα. Στο εν λόγω αεροσκάφος υπήρχαν λιγότεροι από δέκα επιβάτες, μεταξύ των οποίων δεν υπήρχαν γυναίκες και παιδιά. Σήμερα θεωρείται βέβαιο ότι η αεροπειρατεία ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας ανάμεσα στη Φατάχ και την κυβέρνηση της Δυτικής Γερμανίας, η οποία εξασφάλισε έτσι τη διαβεβαίωση ότι οι Παλαιστίνιοι δεν θα επιχειρούσαν άλλο χτύπημα στο έδαφός της.


Τα ψέματα των γερμανικών αρχών και ο ανώνυμος πληροφοριοδότης

Η έκθεση που συνέταξε η γερμανική Αστυνομία μετά το τρομοκρατικό χτύπημα κατέληγε ότι όλα έγιναν σωστά από την πλευρά της, ότι δεν θα μπορούσε να έχει γίνει τίποτε περισσότερο ή διαφορετικό προκειμένου να σωθούν οι όμηροι. Χρειάστηκαν μόλις δυο εβδομάδες για να κλείσουν την υπόθεση. Κανένας από όσους σχεδίασαν και υλοποίησαν την επιχείρηση δεν κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις, ούτε ανέλαβε κάποια ευθύνη. Καθόλου τυχαία, όπως έμελλε να αποδειχτεί, ο φάκελος με τις λεπτομέρειες της υπόθεσης σφραγίστηκε και οι γερμανικές αρχές δεν επέτρεψαν σε κανέναν να έχει πρόσβαση στις αναφορές και τις καταθέσεις όλων των εμπλεκομένων.

Στο μεταξύ όμως, δυο από τις γυναίκες που έχασαν τους συζύγους τους εκείνον τον Σεπτέμβριο στο Μόναχο, συνέχισαν τις προσπάθειες να μάθουν τι ακριβώς συνέβη εκείνο το μοιραίο 24ωρο. Η Άνκι Σπίτσερ, σύζυγος του προπονητή της ξιφασκίας Αντρέ Σπίτσερ, και η Ιλάνα Ρομάνο, σύζυγος του Γιόσεφ Ρομάνο, με τη βοήθεια των δικηγόρων τους, διεκδικούσαν πρόσβαση στο φάκελο και απαιτούσαν εξηγήσεις από τις γερμανικές αρχές. […] Η Άνκι Σπίτσερ έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι από την πλευρά τής γερμανικής Αστυνομίας της επαναλάμβαναν σταθερά ότι δεν υπήρχε τίποτε, ούτε καν φωτογραφίες από τη νύχτα της επίθεσης. Η επιμονή της Σπίτσερ είχε εκνευρίσει ορισμένους από τους εκπροσώπους των γερμανικών αρχών –ο Γκέοργκ Βολφ, αντιπρόεδρος της Αστυνομίας της Βαυαρίας όταν έγινε η επίθεση, την είχε κατηγορήσει ότι «εσείς φέρατε την τρομοκρατία σε γερμανικό έδαφος», όπως αποκάλυψε πρόσφατα.

Έτυχε η Σπίτσερ να αναφερθεί σε μια συνέντευξή της στη στάση των γερμανικών Αρχών. Και τότε μια ανώνυμη πηγή θα της στείλει 80 σελίδες από τον φάκελο της υπόθεσης και την πληροφορία ότι στον φάκελο περιέχονται χιλιάδες σελίδες και πάρα πολλές φωτογραφίες. Η γερμανική Αστυνομία έλεγε επί χρόνια ψέματα στις οικογένειες των θυμάτων. Η Σπίτσερ θα απευθυνθεί στον τότε υπουργό Εξωτερικών Κλάους Κίνκελ και θα μπλοφάρει: του λέει ότι έχει φτάσει στα χέρια της ολόκληρος ο φάκελος, της λείπουν λίγες σελίδες μόνο, δεν έχει νόημα να τις κρατούν μυστικές.

Μετά από λίγο καιρό, θα της δοθεί πρόσβαση σε μεγάλος μέρος από το περιεχόμενο του φακέλου –αλλά όχι στο πλήρες περιεχόμενο. Ήταν Αύγουστος του 1992, 20 ολόκληρα χρόνια μετά τη δολοφονία των έντεκα αθλητών. Τότε, σε αυτές τις φωτογραφίες, θα διαπιστώσουν ότι οι τρομοκράτες είχαν ξυλοκοπήσει τα θύματά τους πριν τα δολοφονήσουν. Και η Ιλάνα Ρομάνο θα αντικρίσει το πτώμα του Γιόσεφ. Και τότε μόνο θα μάθει ότι είχαν ευνουχίσει τον άντρα της.

 

«Το Ολοκαύτωμα διαμόρφωσε τον χαρακτήρα μου»

[…] Ρωτάω τον Σάουλ Λαντάνι πόσο άλλαξε η ζωή του μετά από τους Ολυμπιακούς του Μονάχου. Μου λέει ότι πέρα από τη βαθιά θλίψη, δεν άλλαξε τίποτε. «Οι άλλοι σταμάτησαν να παίρνουν μέρος σε διεθνείς διοργανώσεις. Ορισμένοι εγκατέλειψαν εντελώς τον πρωταθλητισμό. Όχι εγώ. Έναν μήνα μετά το Μόναχο πήρα μέρος στον αγώνα των 100 χλμ. στο Λουγκάνο και έκανα παγκόσμιο ρεκόρ», μου λέει και κάνει μια παύση. «Το Ολοκαύτωμα με διαμόρφωσε. Εκείνα τα χρόνια φτιάχτηκε ο χαρακτήρας μου».

Μου λέει πως όταν ξέσπασε ο Πόλεμος των Έξι Ημερών βρισκόταν μαζί με τη γυναίκα του στις ΗΠΑ, στο πανεπιστήμιο Columbia, όπου έκανε το διδακτορικό του. Ο Λαντάνι δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά –αγόρασε ένα αεροπορικό εισιτήριο κι επέστρεψε στο Ισραήλ. «Την δεύτερη μέρα ήμουν στην έρημο του Σινά. Το 1973, στον πόλεμο του Γιόμ Κιπούρ, έτυχε να είμαι πάλι στις ΗΠΑ με εκπαιδευτική άδεια από το πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ. Η κόρη μας ήταν τότε δυο ετών. Και αυτή τη φορά μπήκα στο αεροπλάνο και γύρισα πίσω να πολεμήσω. Όχι γιατί μου αρέσει ο πόλεμος, αλλά γιατί ήταν καθήκον μου».[…]

«Το Ολοκαύτωμα είχε διαμορφώσει τον χαρακτήρα μου. Όταν συνέβη αυτή η φοβερή τραγωδία στο Μόναχο ήμουν ένας άνθρωπος με πολύ παρελθόν και καθόλου φόβο. Δεν φοβόμουν για τη ζωή μου. Ήμουν προσεκτικός, πάντα. Αλλά δεν είχα πια φόβο».

πηγή insidestory, 5 Σεπτεμβρίου 2022

πηγή: ΑΛΕΦ | τεύχος 86
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΙΣΡΑΗΛΙΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΑΘΗΝΩΝ