Donations

Παρουσία πολλών μελών και φίλων της Κοινότητάς μας έγινε την Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2019 στο Κοινοτικό Κέντρο, η παρουσίαση του βιβλίου της Άννας Μαρίας Δρουμπούκη με τίτλο: «Μία ατελείωτη διαπραγμάτευση: Η ανασυγκρότηση των ελληνικών εβραϊκών κοινοτήτων και οι γερμανικές αποζημιώσεις, 1945-1961».

Για το βιβλίο μίλησαν ο καθηγητής Χάγκεν Φλάισερ, ομότιμος καθηγητής νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, o κ. Φίλιππος Κάραμποτ ερευνητικός εταίρος του King’s College, London και ιδρυτικό μέλος του Εργαστηρίου Μελέτης Νεότερου Ελληνικού Εβραϊσμού και η κ. Μπέλλα Ααρών μέλος του ΔΣ του ΟΠΑΙΕ.

Ο Ζοζέφ Μιζάν, μέλος του ΔΣ της ΙΚΑ και συντονιστής της εκδήλωσης καλωσόρισε τα μέλη και φίλους της Κοινότητάς μας που παρευρέθηκαν, παρουσίασε τους ομιλητές της βραδιάς και στην συνέχεια αναφέρθηκε στο σπουδαίο έργο των παραπάνω όσον αφορά στη συστηματική καταγραφή της ιστορίας των Ελλήνων Εβραίων, αλλά και πως μέσα από την επιμονή τους αλλά και την αγάπη τους, κατάφεραν να δώσουν βήμα στους επιβιώσαντες του Ολοκαυτώματος να κάνουν γνωστή την ιστορία τους και να τους εμπνεύσουν να διηγηθούν.

 

Ο πρώτος ομιλητής καθηγητής Χάγκεν Φλάισερ αναφέρθηκε στο γεγονός ότι οι Γερμανικές αποζημιώσεις είναι ένα θέμα που απουσίαζε από την δημόσια συζήτηση ενώ παράλληλα οι ελλιπέστατες αποζημιώσεις που οι Έλληνες Εβραίοι έλαβαν για την αρπαγή των κινητών υπαρχόντων τους και το ακανθώδες ζήτημα των κλεμμένων περιουσιών σε σχέση με την επιστροφή των λιγοστών επιζησάντων από τα στρατόπεδα θανάτου, παρέμενε άκρως υποφωτισμένο στην ιστοριογραφία.

Όπως τόνισε, η έρευνα της Άννας Μαρίας Δρουμπούκη εστιάζει, μεταξύ άλλων, στις αξεπέραστες δυσκολίες που οι επιζώντες της Σοά αντιμετώπισαν μετά την επιστροφή τους στην Ελλάδα. Εξετάζει την ανασυγκρότηση των εβραϊκών κοινοτήτων και το ζήτημα των πενιχρών γερμανικών αποζημιώσεων προς τα θύματα της γενοκτονίας, θέμα το οποίο εξακολουθεί να απασχολεί συγγενείς και -λίγους- ερευνητές, διευρύνοντας το πλαίσιο της μελέτης.

Πιο συγκεκριμένα ανέφερε: «Το παρόν βιβλίο αποδεικνύει ότι και η μεταπολεμική ζωή των εβραϊκών κοινοτήτων μετασχηματιζόταν σε αδιάκοπη μάχη με ποικιλότροπες προεκτάσεις. Ο ανθρωπισμός συναντήθηκε με τις εθνικές γραφειοκρατίες, πρωτίστως τη γερμανική, και ηττήθηκε – στην κυριολεξία – κατά κράτος. Η συγγραφέας παραθέτει πλήθος μαρτυριών που «εκφράζουν τους ματαιωμένους κόπους, τις χρόνιες αγωνίες και τη φωνή του ιστορικού υποκειμένου, του ελληνικού εβραϊσμού» και « γενικότερα, δεν ήταν μόνο η φυσική εξόντωση συγγενών και φίλων που έπρεπε να αντιμετωπιστεί με σθένος και καρτερία, υπήρξε και ο απειλούμενος πολιτισμικός αφανισμός με βαριές συνέπειες για τον ελληνικό εβραϊσμό μετά από αιώνες παραγωγικής ιστορίας στη χώρα…

…Στη χώρα μας απεναντίας, οι ατομικές προσπάθειες έμοιαζαν χαμένες σχεδόν εξ’ αρχής. Ήδη από το ‘45 διαφαινόταν το δράμα, όταν οι λιγοστοί επιζώντες των κολαστηρίων έπρεπε να δώσουν αποτυπώματα όταν καταγράφονταν στην Υπηρεσία Αλλοδαπών. Καμία υπηρεσία του χριστιανικού κράτους δεν νοιάστηκε για τους δύσμοιρους, δεν τους έτεινε χέρι βοηθείας, έστω για τη συμπλήρωση των πολυσέλιδων και πολύπλοκων αιτήσεων. Τουναντίον επέμειναν στην πλήρη και ακριβόλογη κατάσταση των αρπαχθέντων ειδών – και μάλιστα «μεταφρασμένη στην γερμανική και δεόντως επικυρωμένη». Μέχρι σήμερα, οι Έλληνες Εβραίοι δεν έχουν αποζημιωθεί παρά ελάχιστα για τις χαμένες και κλαπείσες περιουσίες, σε αντίθεση με τις άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης». (Μπορείτε να διαβάσετε πατώντας ΕΔΩ όλη την εισήγηση του καθ. Χάγκεν Φλάισερ.)

Στην συνέχεια πήρε τον λόγο ο Φίλιππος Κάραμποτ ο οποίος σημείωσε ότι η εμπεριστατωμένη μονογραφία της Άννας Μαρίας επιδέχεται πολλαπλές, ποικίλες και πολυεπίπεδες αναγνώσεις, αναλόγως των ενδιαφερόντων και των σχέσεων των αναγνωστών, ειδικών και μη, με το υπό εξέταση αντικείμενο. Αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι πέρα από την υλική αποζημίωση εξίσου σημαντική ήταν και η ηθική αποζημίωση∙ η καταδίκη δηλαδή των Γερμανών και των Ελλήνων συνεργατών τους, χριστιανών και εβραίων, που πρωτοστάτησαν στον Διωγμό και τη διασπάθιση περιουσιών και, φυσικά, η αναγνώριση της μοναδικότητας του εγκλήματος που διαπράχθηκε εναντίον τους.

Ανέφερε χαρακτηριστικά:
«…θεωρώ ότι η συμβολή της Άννας Μαρίας είναι διττή: τόσο προς την επιστημονική κοινότητα, καθώς πέραν της πρωτοτυπίας του όλου επιτυχημένου εγχειρήματος αναδεικνύει τους γόνιμους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να εκπορθήσουμε μέρος των ατραπών της ιστορίας των εβραίων στην Ελλάδα, όσο και προς το ίδιο το ιστορικό υποκείμενο, καθώς συνάδει με την εξωστρέφεια που παρατηρείται σε θεσμικό επίπεδο τα τελευταία χρόνια και την προδιάθεση, αν μη τι άλλο, για την καταγραφή της ιστορίας του στη διάρκεια του Διωγμού και την πρώιμη μετα‐Σοά εποχή…»

Τέλος, ο κ. Κάραμποτ έκανε μια αναφορά στο έργο του Εργαστηρίου Μελέτης Νεότερου Ελληνικού Εβραϊσμού: «…Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εξωστρέφειας αποτελεί η απόφαση της ΙΚΑ να αναλάβει το Εργαστήρι Μελέτης Νεότερου Ελληνικού Εβραϊσμού να καταγράψει το μεταπολεμικό αρχειακό υλικό που βρίσκεται στα γραφεία και σε άλλους ιδιόκτητους χώρους της. Τα μητρώα, τα βιβλία γεννήσεων και περιτομών, γάμων και θανάτων, οι βεβαιώσεις και οι αιτήσεις των επιζησάντων, τα πρακτικά των συμβουλίων και των συνελεύσεων, παρά τα όποια κενά (που δυστυχώς έως τώρα δεν είναι και λίγα), συνιστούν έναν αθησαύριστο θησαυρό. …Mέσω της επεξεργασίας και της μελέτης του, έχουμε τη δυνατότητα να απαντήσουμε σε σειρά ερωτημάτων. Όπως, για παράδειγμα, πόσοι και ποιοι εβραίοι στην Αθήνα, και όχι απλά της Αθήνας, συνελήφθησαν στην ευρύτερη περιφέρεια της πρωτεύουσας και εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα εξόντωσης με τις τρεις αποστολές του 1944∙ πόσοι και ποιοι γύρισαν από τα κολαστήρια του θανάτου∙ πόσοι και ποιοι παρέμειναν στην Αθήνα και, μαζί με εκείνους που είχαν κρυφτεί στη διάρκεια της Σοά, διεκδίκησαν το δικαίωμα στη ζωή∙ πόσοι και ποιοι από τους ομήρους και τους κρυμμένους επέστρεψαν στους τόπους καταγωγής τους πόσοι και ποιοι μετανάστευσαν (κατά κύριο λόγο στο Ισραήλ και δευτερευόντως στον Νέο Κόσμο). Μέσω της διασταύρωσής του υλικού αυτού με εκείνο άλλων αρχειακών φορέων, κατά κύριο λόγο εβραϊκών εντός και εκτός Ελλάδας, καθώς και με το πλούσιο corpus προφορικών μαρτυριών, είναι εφικτή πια η χαρτογράφηση των διαδρομών σημαντικού ποσοστού των πάνω από 7.000 εβραίων που βρίσκονταν στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1943». (αν επιθυμείτε να διαβάσετε την πλήρη εισήγηση του κ. Κάραμποτ πατήστε ΕΔΩ)


Η τρίτη ομιλήτρια Μπέλλα Ααρών, μέλος του Δ.Σ. του ΟΠΑΙΕ «διέτρεξε» το περιεχόμενο του βιβλίου και τόνισε ορισμένα σημεία. Ανέφερε χαρακτηριστικά: «Ο εύστοχος τίτλος του βιβλίου – μια ατέλειωτη διαπραγμάτευση- υπαινίσσεται, κατά τη γνώμη μου, όχι μόνο την υλική ικανοποίηση που ακόμη δεν έχουν λάβει επαρκώς τα θύματα αλλά και την πάλη με τον εαυτό τους σχετικά με αυτό το θέμα: να δεχτούν ή όχι αυτά που τους έδιναν, να πιέσουν κι άλλο τους αρμόδιους φορείς ή να συνεχίσουν τη ζωή τους και να ξεχάσουν την αδικία;»

Σημείωσε ότι ήδη από την εισαγωγή αντιλαμβανόμαστε ότι παράλληλα με τις αποζημιώσεις πρόκειται να θιγούν θέματα της μεταπολεμικής περιόδου όπως ο επαναπατρισμός ή η μετανάστευση, η κατάσταση και η στάση της Ευρώπης, η νέα ευρωπαϊκή συλλογική ταυτότητα, η πολιτική διευθέτηση των πραγμάτων, το τραύμα, η συγνώμη.

Παράλληλα με τις αποζημιώσεις το βιβλίο θίγει θέματα της μεταπολεμικής περιόδου όπως ο επαναπατρισμός ή η μετανάστευση, η ανασυγκρότηση των Κοινοτήτων, η κατάσταση και η στάση της Ευρώπης, η πολιτική διευθέτηση των πραγμάτων, το τραύμα, η συγνώμη.

Η κ. Μπέλλα Ααρών ευχαρίστησε την συγγραφέα γιατί το βιβλίο τη βοήθησε να βάλει σε τάξη τα δικά τη ακούσματα για το θέμα «αποζημιώσεις» και αναφέρθηκε στο υλικό του συγκεκριμένου αρχείου στο οποίο στηρίζεται κατά ένα μεγάλο μέρος το πόνημα της κ. Δρουμπούκη.

Τέλος προσέθεσε και η ίδια κάποιες πληροφορίες για την ανασυγκρότηση των Κοινοτήτων και τις αποζημιώσεις. (αν επιθυμείτε να διαβάσετε την ομιλία της κ. Μπέλλας Ααρών πατήστε ΕΔΩ).


Η βραδιά έκλεισε με ένα σύντομο λόγο από την συγγραφέα Άννα Μαρία Δρουμπούκη η οποία ευχαρίστησε με την σειρά της τους ομιλητές και όσους συνεισέφεραν στην έκδοση του βιβλίου.
Περισσότερα για το βιβλίο μπορείτε να δείτε στο λινκ του εκδοτικού οίκου ΠΟΤΑΜΟΣ.

Το ΔΣ της ΙΚΑ επιθυμεί να ευχαριστήσει την συγγραφέα, τους ομιλητές και όσους παρευρέθηκαν στην παρουσίαση του πολύ σημαντικού αυτού βιβλίου.