Donations

του Μωυσή Ταραμπουλούς*

Φασισμός. Στο άκουσμά του, δεν ανασύρουμε απλώς μνήμες αποτρόπαιες, εικόνες σκληρές, αποκαρδιωτικές, περιόδους σκοτεινές που έχουν εγγραφεί στο συλλογικό υποσυνείδητο. Συνιστά ιδεολογία. Συνιστά πολιτική πρακτική που πρωτοεμφανίστηκε στην Ιταλία του Μουσολίνι και επεκτάθηκε στη ναζιστική Γερμανία. Επεκτάθηκε και αναχαιτίστηκε. Σήμερα, όμως, ο κίνδυνος παραμένει υπαρκτός και δυστυχώς όχι ως απλός ιστορικός αναχρονισμός. Αντίθετα, αναζωπυρώνεται και επεκτείνεται. Στην Ουγγαρία, στη Σουηδία, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στην Ευρώπη του 21ου αιώνα, στην Ευρώπη του σήμερα.

Σε μια κοινωνία που δυστυχώς όχι μόνο δεν προχωρεί συνολικά μπροστά στους αλματώδεις ρυθμούς της εξέλιξης των επιστημών και της τεχνολογίας, αλλά αρχίζει εμφανώς να οπισθοχωρεί. Σταδιακά μεν, τρομακτικά δε, αφού υπαναχωρεί σε κατακτήσεις –αυτονόητε – καταρρίπτοντας το άλλοτε πειστικό και ανθρώπινο αφήγημα περί ειρήνης, ισότητας, σεβασμού και δημοκρατίας. Έτσι επανέρχεται στο προσκήνιο ο δογματισμός και ο ακραίος συντηρητισμός, ως «την καλύτερη και μοναδική εναλλακτική» για την καταπολέμηση της αβεβαιότητας, της ανισότητας, της ανασφάλειας των πολιτών. Ως το «λυτρωτικό αντίδοτο» στα κοινωνικά προβλήματα που πολλαπλασιάζονται και διογκώνονται, στην οικονομική, την πολιτική και βαθιά ηθική κρίση που μαστίζει την ανθρωπότητα. Ένα «αντίδοτο» που έχει ήδη δοκιμαστεί και δεν μας ανακούφισε, μας δοκίμασε, μας πόνεσε και μας πλήγωσε. Εθελοτυφλούμε; Αδρανούμε; Ξεχνάμε; Επιλέγουμε να ζούμε ξανά σε έναν κόσμο που ευδοκιμεί η τρομοκρατία, που τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι ίδια και καθολικά για όλους, που η βία γίνεται οικεία και κανονικοποιείται;

Μοιάζει με το ιδανικό σκηνικό που δίνει χώρο ξανά στον φασισμό, καθώς η αγανάκτηση των πολιτών στον «μάταιο τούτο κόσμο» μετατρέπεται σε δυσπιστία απέναντι στο πολιτικό σύστημα και η ανάγκη για αντίδραση, για αλλαγή, για δικαίωση δεν μετουσιώνεται σε συλλογική και σταθερή αφύπνιση και ενεργοποίηση, αλλά κυρίως σε αδιαφορία και παραίτηση. Υπάρχουν, βέβαια ορισμένες εξαιρέσεις, οι οποίες πλαισιώνονται περιστασιακά και από «πυροτεχνήματα ενσυναίσθησης και συμπόνιας» όταν ο ουκρανός στρατιώτης που υπερασπίζεται την πατρίδα του και η ιρανή γυναίκα που διεκδικεί τα δικαιώματά της πρωταγωνιστούν στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και των δελτίων ειδήσεων.

Σφαιρικότερα, αν θα μπορούσα να προβώ σε μια συνοπτική κατηγοριοποίηση των ανθρώπινων στάσεων, θα επικαλούμουν τρείς ενδεικτικές περιπτώσεις, όσους τάσσονται «υπέρ», όσους «κατά» και όσους «απέχουν» από  ζητήματα που αφορούν τις διακρίσεις, το ρητορικό μίσος και της βία, τα οποία αποτελούν βασικά συστατικά στοιχεία του φασισμού. Εκτός από τις ξεκάθαρες διαμετρικά αντίθετα θετικές ή αρνητικές τοποθετήσεις, η αποχή αντανακλά φράσεις του καθημερινού ανθρώπου μεταξύ των οποίων «Δεν ενδιαφέρομαι», «τίποτα δεν αλλάζει», «Εμένα δε με αφορά»…

Όσοι, βέβαια, διατηρούν μια στάση αδιαφορίας και «απολιτίκ» —οι οποίοι στο πέρασμα των χρόνων πληθαίνουν—, γίνονται εύκολα «βορά» σε απολυταρχικές ομάδες και κόμματα. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο γιατί στην πραγματικότητα με την απουσία τους, με το να αφήνονται στην κρίση των «άλλων» συνηγορούν. Παράλληλα, ελλοχεύει ο κίνδυνος να πειστούν από ιδέες οικείες, εύπεπτες και λαϊκά συνθήματα σύμφωνα με τις αρχές της συνέπειας. Οι φασιστικές ομάδες επιδιώκουν, δηλαδή, όχι μόνο να κερδίσουν την ανοχή τους αλλά και να καλλιεργήσουν βαθμιαία αυταρχικές προσωπικότητες. Σύμφωνα με την ψυχολογική θεωρία του Adorno, πρόκειται για ανθρώπους που είναι υπάκουοι και ευαίσθητοι σε ολοκληρωτικές ιδέες, διακρίνονται για τις άκαμπτες θέσεις του,  υπερασπίζονται παραδοσιακές αξίες και ερμηνεύουν την «ενότητα» σπέρνοντας τη διχόνοια ανάμεσα σε «εμάς» και τους «άλλους».

Αυτός είναι και ο εύκολος τρόπος να ανέρχονται με την ψήφο του λαού στην εξουσία, χειραγωγούν τις μάζες, εκμεταλλευόμενοι την αποχή και την δυσαρέσεκεια των πολιτών. Όταν το πετύχουν, οι πολιτικές τους παύουν να απλώνονται στα χρώματα της δημοκρατικής παλέτας αλλά αποσκοπούν στη διάλυσή της, όπως άλλωστε συνέβη με δημοκρατικά εκλεγμένους ηγέτες που καθιέρωσαν αυταρχικά καθεστώτα, δημιούργησαν προοπτικές θολές και στιγμάτισαν με μελανά χρώματα τον καμβά της ιστορίας.

Για να διαψεύσουμε, λοιπόν πως «η ιστορία διδάσκει αλλά δεν έχει κανέναν μαθητή», η εκ νέου άνοδος της ακροδεξιάς στο σύγχρονο εκρηκτικό κοινωνικό γίγνεσθαι  παγκοσμίως μάς προβληματίζει, μάς θυμίζει και πίσω στον χρόνο μας γυρίζει. Γι’ αυτό, πριν οι διαδοχικές «ριπές» σταματήσουν τελείως το «ακορντεόν» της ειρήνης, του σεβασμού, της ισότητας και της δημοκρατίας, πρέπει να συστρατευτούμε συντεταγμένα απέναντι στον ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία,  αναφωνώντας υπεύθυνα και καθαρά ΟΧΙ σε όσα συνθέτουν τον δογματισμό, τραγουδώντας Μάνο Λοΐζο σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη «Δε θα περά- δε θα περάσει ο φασισμός».

*Ο Μωυσής Ταραμπουλούς είναι φοιτητής Ψυχολογίας

πηγή: ΑΛΕΦ | τεύχος 86
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΙΣΡΑΗΛΙΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΑΘΗΝΩΝ