Donations

Στο έργο «Κυριακή στο Πάρκο με τον Τζορτζ», ο Τζορτζ, είναι ένας ζωγράφος που μας θυμίζει ότι « η Τέχνη δεν είναι εύκολη, το όραμα δεν είναι αρκετό, όλα εξαρτώνται από την εκτέλεση». Η επιτυχία έρχεται σιγά σιγά. Το μιούζικαλ αυτό του Σόντχαϊμ αναφέρεται στη διεργασία της δημιουργίας, πώς ο δημιουργικός άνθρωπος ξεκινά τη δουλειά του, ενώνει τα μέρη, φτιάχνει κάτι μέσα από πολλά πράγματα – μερικά σχετικά άλλα ασύμβατα, το όλο άλλες φορές μεγαλύτερο κι άλλες μικρότερο από τα μέρη του – και εν τέλει το κοινό κρίνει αν έχει απήχηση ή όχι.

Ο Σόντχαϊμ, σε όλα του τα έργα διαπραγματεύτηκε έννοιες και ιδέες, αναζήτησε νέα μονοπάτια, προσπάθησε να καθρεφτίσει τους φόβους μας ή να μεγαλοποιήσει την αφροσύνη μας. Επανειλημμένως δήλωσε ότι δεν μπορεί να γράψει μια μουσική, ένα τραγούδι ξεκομμένα από το δραματικό περιεχόμενο. Το τραγούδι δεν μπορεί να βγει αν πρώτα δεν σκεφτείς που θα είναι ο χαρακτήρας στη σκηνή, πώς θα κινείται, σε ποιόν απευθύνεται και γιατί τραγουδά ενώ θα μπορούσε να μιλά ή να φωνάζει ή απλά να είναι σιωπηλός. Ο Σόντχαϊμ εστιάζει στη δραματουργία του μιούζικαλ και όχι στο θέαμα και ακριβώς αυτό ήταν που έκανε τα έργα του διαφορετικά.

Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτός ο άνθρωπος του θεάτρου γράφει ταυτόχρονα δραματική μουσική και υποδειγματικό στίχο. Στη δουλειά του αποκαλύπτεται ότι οι γνώσεις του, στην ιστορία της ποίησης, είναι ευρύτατες. Προκειμένου να αναπτύξει τον χαρακτήρα του ήρωα διαλέγει ασυνήθιστες εκφράσεις για να αποδώσει τα συναισθήματα και τις σκέψεις. Τα λόγια και η ομοιοκαταληξία στην επιλογή του Σόντχαϊμ υποστηρίζονται από παλλόμενη μουσική υπόκρουση που επιβάλλεται από τη θεατρικότητα των ορμών και των επιθυμιών των ηρώων. Οι στίχοι και η μουσική ενισχύουν την εξέλιξη του δράματος.

Η πρώτη απόπειρα του Σόντχαϊμ να γράψει ένα θεατρικό έργο ήταν στο σχολείο που πήρε καλό βαθμό. Με προσδοκίες έδωσε το έργο του να το κρίνει, ο ΄Οσκαρ Χαμερστάιν που ήταν αναγνωρισμένος στιχουργός, λιμπρετίστας, παραγωγός και διευθυντής του Μουσικού Θεάτρου και γείτονας και φίλος του πατέρα του. Ο Σόντχαϊμ ήταν βέβαιος ότι θα επαινούσε το έργο του και θα το ανέβαζε στο Μπροντγουέι και για αυτό του ζήτησε να το κρίνει επαγγελματικά. Την επόμενη μέρα, ο Χάμερσταϊν, έσκισε το κείμενο, δίνοντας του την ευκαιρία ενός εντατικού φροντιστηρίου δύο ωρών, με το απόσταγμα της θεατρικής του εμπειρίας. Ο Χάμερσταϊν έγινε ο μέντορας του. Ο νεαρός συνθέτης μελέτησε θεωρία δίπλα στον γνωστό καθηγητή του Πανεπιστημίου Πρίνστον, Μίλτον Μπάμπιτ, που ήταν πολυμαθής και άνθρωπος στοργικός με χιούμορ.

Το πρώτο του μιούζικαλ, ως επαγγελματίας, το Σαββατόβραδο, δεν βρήκε υποστηρικτές για την παραγωγή του, όμως άρχισε να ακούγεται το όνομά του. Για ένα διάστημα, το 1950, έγραφε τα κείμενα για μια τηλεοπτική εκπομπή της τηλεόρασης. Στη συνέχεια του πρότειναν να γράψει τους στίχους για ένα νέο μιούζικαλ, παραγωγός ήταν ο Χάρολντ Πρινς, σκηνοθέτης και χορογράφος ο Τζερόμ Ρόμπινς και τη μουσική έγραψε ο Λέοναρντ Μπερνστάιν. Αρχικά το έργο είχε τίτλο Ιστ Σάϊντ Στόρυ και μετά Γουέστ Σάιντ Στόρυ και με αυτό ξεκίνησε μια νέα εποχή για τα μιούζικαλ του Μπροντγουέι. Ο Σόντχαϊμ που θεωρούσε ότι είναι πρώτα και κύρια συνθέτης δεν ήταν ευχαριστημένος, αποδέχτηκε όμως να γράψει τους στίχους γιατί η συμμετοχή του σε τέτοια παραγωγή ήταν ευκαιρία μεγάλης εμπειρίας. Έτσι άλλωστε τον συμβούλεψε και ο Χάμερσταϊν. Το γεγονός ότι είχε αποκοπεί από τη σύνθεση της μουσικής επηρέασε και τους στίχους του. Παραδέχτηκε ότι κάποιοι στίχοι δεν ήταν κατάλληλοι για τον συγκεκριμένο χαρακτήρα. Το έργο σχολιάστηκε θετικά από τους κριτικούς αλλά δεν είχε εισπρακτική επιτυχία. Μόνο όταν γυρίστηκε ως κινηματογραφική ταινία είχε και οικονομική επιτυχία για τους δημιουργούς και τους παραγωγούς του.

Το επόμενο μιούζικαλ Gypsy, με τους δριμείς στίχους του Σόντχαϊμ και την έντονη μουσική του Τζουλς Στάιν και την ηθοποιό Εθελ Μερμαν είχε την ίδια πορεία με το Γουέστ Σάιντ Στόρυ δεν είχε οικονομική επιτυχία παρά έγινε κλασσικό μετά από πολλές αναβιώσεις.

Το έργο του Follies έγινε μεγάλη επιτυχία. Παρουσίαζε τις ζωές γυναικών ηθοποιών καθώς γερνάνε, μια περίτεχνη παραγωγή με νοσταλγία όπου ο Σόντχαϊμ ξετυλίγει τους χαρακτήρες μέσα από εικόνες, ήχους και το στυλ των προγενέστερων συνθετών όπως ο Γκέρσουιν, ο Μπερλίν, ο Κερν κ.ά. ενώ επεκτείνει το εύρος της έκφρασης τους και την αποκάλυψη του ψυχισμού των ηρωίδων.

Ο Σόντχαϊμ έγραψε πολλά ακόμα δημοφιλή έργα. Σχολιάστηκε ότι οι θεατές δεν έβγαιναν από το θέατρο σιγοτραγουδώντας κάποια μελωδία του, καμιά μελωδία του δεν έμεινε αξέχαστη. Άλλοι είπαν ότι η δύσκολη μουσική του απέτρεψε πολλούς από το Αμερικάνικο μουσικό θέατρο και άφησε χώρο στις θεαματικές παραγωγές του Άντρου Λόιντ Βέμπερ

Παρά τις κριτικές, οι συνθέτες και οι στιχουργοί των επόμενων γενεών ανέτρεχαν στα άψογα έργα του Σόντχαϊμ. Όπως και ο φίλος του Λέοναρντ Μπέρνσταϊν, πίστευε ότι στη ζωή αυτό που αξίζει είναι «τα παιδιά και η τέχνη».

Ο Σόντχαϊμ πέθανε σε ηλικία 91 ετών. Η καριέρα του διήρκησε περισσότερο από εξήντα χρόνια.

Αποχαιρετώντας τον η Ιμέλντα Στόντον, που πρωταγωνιστούσε στα μιούζικαλ Gypsy και Follies είπε «Οι ιστορίες του θα ζήσουν όσο και του Σαίξπηρ γιατί μιλάει για ανθρώπους, για συναισθηματικές δυσκολίες, για την ανάγκη που έχουμε όλοι για αγάπη ή αναγνώριση, και για να μας προσέξουν. Πολλά μιούζικαλ αφορούν χαρούμενα πράγματα –αλλά τα δικά του αφορούν τα δύσκολα πράγματα».

από το ομότιτλο βιβλίο του MICHAEL SAPIRO

πηγή: ΑΛΕΦ | Τεύχος 84