Donations

Ανήμερα του Ρος Ασανά έφυγε από τη ζωή μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του νομικού κόσμου των ΗΠΑ. H Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ (Ruth Bader Ginsburg ή αλλιώς “Notorious RBG”) υπήρξε δικαστής στο Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και έμπρακτη προασπιστής της αρχής της ισότητας.

Γεννημένη το 1933 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, η Γκίνσμπεργκ γαλουχήθηκε από πολύ νωρίς στις αξίες του ιουδαϊσμού, όπως τις γνώρισε από τους πρώτης γενιάς μετανάστες από την Ουγγαρία ασκεναζί γονείς της. Μεγάλωσε στη συντηρητική κοινότητα της γειτονιάς του Μίντγουντ, ενώ τα παιδικά της καλοκαίρια τα περνούσε στην κατασκήνωση της κοινότητάς της. Από νεαρή ηλικία ωστόσο, αντιλαμβανόμενη την διακριτική μεταχείριση που επιφυλάσσει ο ιουδαϊσμός προς το γυναικείο φύλο, ήρθε σε ρήξη με τις επιταγές της θρησκείας της. Σε μια εποχή που η έννοια του Μπατ-Μίτσβα δεν είχε ακόμη εγκαθιδρυθεί, η 13χρονη Γκίνσμπεργκ αισθάνθηκε μια βαθύτατη αδικία, καθώς παρατηρούσε την αδυναμία των νεαρών κοριτσιών ομοθρήσκων της να κατακτήσουν ισάξια θρησκευτική αυτοσυνειδησία και πλήρη χειραφέτηση. Αργότερα, στα 17 της χρόνια απογοητεύθηκε και πάλι από τον ιουδαϊσμό, καθώς ο αποκλεισμός των γυναικών από το απαιτούμενο Μινιάν για την πραγματοποίηση ιεροτελεστιών, απέκλεισε την δυνατότητα τέλεσης Σιβά προς τιμήν της προσφάτως θανούσας μητέρας της. Για μια δυναμική προσωπικότητα που λειτουργούσε πάντοτε με έναν ισχυρό ηθικό γνώμονα και ιεραρχούσε υψηλότερα από κάθε άλλη αρχή αυτήν της ισότητας, αναμενόμενο θα ήταν η Γκίνσμπεργκ να αποστρεφόταν κάθε σύνδεση με τις εβραϊκές της ρίζες. Όπως δήλωνε όμως η ίδια: «Είμαι μια δικαστής γεννημένη, αναθρεμμένη και περήφανη Εβραία». Η έκθεσή της στην εβραϊκή παράδοση την παρότρυνε να ανακαλύψει εκ νέου και μόνη της «τον δικό της ιουδαϊσμό», εκείνον που βασίζεται στα ακλόνητα θεμέλια της αγάπης προς τον συνάνθρωπο, της επιδίωξης της δικαιοσύνης και εν τέλει, στην αρχή του «Τικούν Ολάμ», δηλαδή την αρχή της «Διόρθωσης του κόσμου».

Η παρακαταθήκη της Γκίνσμπεργκ είναι σπουδαία. Όχι μόνο η πληθώρα υποθέσεων-ορόσημα, στις οποίες διατύπωσε τη γνήσια άποψή της είτε αυτή ήταν σύμφωνη με την πλειοψηφία είτε αποκλίνουσα αυτής και αφορούσαν, επί παραδείγματι, το ίσο δικαίωμα των γυναικών στην ένταξη σε στρατιωτική ακαδημία της Βιρτζίνια, με το σκεπτικό ότι καμία υποτιθέμενη φυσική αδυναμία της γυναίκας δεν αποτελεί εμπόδιο στην προκείμενη διακριτική μεταχείριση (United States v. Virginia, 1996), την κατοχύρωση του ίσου δικαιώματος στον γάμο για τα ομόφυλα ζευγάρια, στηριζόμενη σε μια συστηματική ερμηνεία του γράμματος του νόμου ενταγμένου στη σύγχρονη πραγματικότητα, υπό την οποία ο γάμος δεν εξυπηρετεί μόνο σκοπούς αναπαραγωγικούς (Obergefell v. Hodges, 2015), καθώς και την διάσημη μειοψηφική της άποψη σε υπόθεση που γυναίκα εργαζόμενη λάμβανε χαμηλότερο μισθό από τους άνδρες συναδέλφους της (Ledbetter v. Goodyear Tire & Rubber Company, 2007). Επ΄ αφορμής μάλιστα της τελευταίας αυτής μειοψηφικής άποψης, υπεγράφη επί προεδρίας Ομπάμα το “Lilly Ledbetter Fair Pay Act”, νόμος περιεχόμενο του οποίου αποτελεί ακριβώς η διασφάλιση της ίσης αμοιβής για παροχή εργασίας ίσης αξίας, ανεξαρτήτως του φύλου του εργαζόμενου. Ακόμη περισσότερο η Γκίνσμπεργκ άφησε το αποτύπωμά της με τη στάση ζωής που επέδειξε, ως στοργική μητέρα, επιτυχημένη δικαστική λειτουργός και ακτιβίστρια.

Ερωτώμενη για την ευαισθησία της σε κοινωνικά ζητήματα ισότητας και δικαιοσύνης, η Γκίνσμπεργκ συχνά επικαλείτο την εβραϊκή της παιδεία. Η επιγραφή “Tzedek, tzedek tirdof” («Κατά λόγον δικαιοσύνης θα αποδίδης αυστηρώς το δίκαιον», Δευτερονόμιον 16-20) βρισκόταν αναρτημένη στον τοίχο του γραφείου της, ώστε να της υπενθυμίζει το θεάρεστο έργο που επιτελεί και τη βαρύτητα του λειτουργήματός της. Η ίδια αισθανόταν μια ιδιαίτερη συνάφεια του ιουδαϊσμού με την αναζήτηση του τι είναι δίκαιο. Όπως χαρακτηριστικά αποτυπώνει σε επιστολή της προς την American Jewish Committee το 1996, ο εβραϊκός λαός παρουσιάζει ιστορικά μια κλίση προς την ενατένιση της δικαιοσύνης ευρύτερα και την ενασχόληση με τα νομικά επαγγέλματα ειδικότερα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, απαλλαγμένες από εθνικιστικές αγκυλώσεις, εξασφαλίζουν πρόσφορο έδαφος για μορφωμένους Εβραίους νομομαθείς, προκειμένου αυτοί να διαμορφώσουν έγκριτη νομική σκέψη και να συμβάλλουν στην επιστημονική εξέλιξη.

Η παιδεία της δικαστού Γκίνσμπεργκ δεν της επέτρεψε να αναζητήσει την σύνδεσή της με τον ιουδαϊσμό στον κόσμο της μεταφυσικής. Εργαλεία της ήταν ο ορθολογισμός και ο θεμελιωτισμός. Με βάση αυτά επεξεργάστηκε την εβραϊκή πτυχή της προσωπικότητάς της, τις εμπειρίες που αναπόφευκτα αποκόμισε μεγαλώνοντας στην σκιά του Ολοκαυτώματος. Η συνειδητοποίηση του ανθρώπου ως Εβραίου, έχει πρώτα από όλα μια κοινωνική και ιστορική χροιά. Η Γκίνσμπεργκ έχασε μέλη της άμεσης οικογένειάς της από την Ουγγαρία στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όλοι τους θύματα ρητορείας μίσους και μιας ιδεολογίας, που συστηματικά αλλά και σύννομα επιδίωξε τον ολοκληρωτικό αφανισμό μιας ομάδας ανθρώπων με ορισμένα χαρακτηριστικά. Οι άνθρωποι εκείνοι που τελούσαν ενσυνείδητα γενοκτονία, απλά πειθαρχούσαν και εφάρμοζαν το νόμο. Ίσως είναι αυτό το στίγμα στην προσωπική ιστορία της Γκίνσμπεργκ, που την οδήγησε στη διαπίστωση ότι η μηχανική ανάγνωση του τεθειμένου δικαίου, απαλλαγμένου από οποιαδήποτε ηθικοπολιτική αξία μόνο και μόνο επειδή αυτό είναι εφαρμοστέο, δεν επαρκεί. Είναι αναγκαίο η έννομη τάξη να ερείδεται στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου και σε ορισμένα φυσικά και απαραβίαστα δικαιώματα. Η συνέπεια προς αυτές τις αρχές ξεπερνά κάθε έννοια παροδικού, συνυφαίνοντας έτσι τους ισχύοντες νόμους με μια αξιακή και ηθική πραγματικότητα. Για αυτά τα ιδανικά αγωνίστηκε η δικαστής Γκίνσμπεργκ μέσα από την υποστήριξη θέσεων που αποβλέπουν σε έναν στόχο κοινωνικής δικαιοσύνης, προς υπεράσπιση κυρίως των κατατρεγμένων, περιθωριοποιημένων, καταπιεσμένων και με κάθε τρόπο αδικημένων. Η ίδια άλλωστε επεσήμαινε, ότι η εβραϊκή της ταυτότητα και το γεγονός ότι έχει η ίδια βιώσει την απόρριψη και την περιθωριοποίηση, της επέτρεπε ευκολότερα να αισθανθεί συμπάθεια προς ανθρώπους που έφεραν χαρακτηριστικά αποκλίνοντα προς το συνηθισμένο, με αποτέλεσμα να υφίστανται διακρίσεις.

Η πορεία και οι αγώνες της Γκίνσμπεργκ ευλόγως προκαλούν δέος. Ενδεχομένως πολλοί από εμάς να αισθανόμαστε και περηφάνεια για το γεγονός, ότι μια προσωπικότητα τέτοιου βεληνεκούς είναι ομόθρησκή μας. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και αν η δικαστής οφείλει μέρος της διαμόρφωσης της προσωπικότητάς της ούσα Εβραία εν τω θρήσκευμα, δικαιούμαστε να αισθανόμαστε θαυμασμό μόνο και μόνο επειδή τυχαίνει να ανήκουμε στην ίδια ευρύτερη κουλτούρα; Προβάλλεται μάλιστα και το επιχείρημα, ότι οι καταβολές των ασκεναζί Εβραίων διαφέρουν σε βάθος από αυτές των Ελλήνων σεφαραδιτών και ρωμανιωτών Εβραίων, ενώ η ίδια η Γκίνσμπεργκ ακολούθησε μια περισσότερο κοσμική προσέγγιση στην θρησκεία, που οπωσδήποτε απέχει σε ορισμένα κομβικά σημεία από τις διδαχές του Ταλμούδ. Μπορεί, ωστόσο, να εντοπίσει κανείς ένα στοιχείο, που παραμένει αυτούσιο τόσο στην ασκεναζίτικη παράδοση και την εξ αυτής προσέγγιση της Γκίνσμπεργκ, όσο και στην εβραϊκή διδασκαλία των δικών μας ελληνικών κοινοτήτων. Αναφέρομαι στον κατηγορικό χαρακτήρα των ηθικών επιταγών, που προέρχονται από την εν γένει εβραϊκή παράδοση και μεταφράζονται σε έμπρακτους καθημερινούς στόχους. Η έννοια της βοήθειας προς τον συνάνθρωπο που έχει ανάγκη, της επιδίωξης της δικαιοσύνης και ισότητας για όλους, της ειρήνης, της αξιοπρέπειας και της βελτίωσης του κόσμου. Καθώς εξήλθαμε από μια περίοδο ενατένισης, ανασυγκρότησης και ενδοσκόπησης με αποκορύφωμα το Γιομ Κιπούρ, είχαμε την ευκαιρία να συλλογιστούμε πάνω στους στόχους που θέλουμε να προσδιορίζουν την πορεία μας στη ζωή και να αξιολογήσουμε εκείνους που μας κατηύθυναν μέχρι εδώ. Εκτίμηση του γράφοντος είναι ότι η κοινότητά μας, αλλά και η ηθική διδασκαλία στην οποία βασίζεται, ταυτίζεται απόλυτα με αυτές τις αγαθές αξίες και τις πραγματώνει. Ο ίδιος καθολικός χαρακτήρας γίνεται αντιληπτός και στην ασκεναζίτικη παράδοση, όπως επίσης και στον τρόπο δράσης της δικαστού Γκίνσμπεργκ. Υπό αυτή την έννοια, όσο συνεχίζουμε να επιδιώκουμε σκοπούς αγαθούς και να εργαζόμαστε προς το «Τικούν Ολάμ», δικαιούμαστε να αισθανόμαστε περηφάνεια που μοιραζόμαστε τον ίδιο κώδικα αξιών με την δικαστή Γκίνσμπεργκ.

 

*Ο Σαμ Ναμίας είναι προπτυχιακός φοιτητής της Νομικής σχολής Αθηνών.