Donations

του Σαμ Ναμία *

Η εισβολή της Ουκρανίας από τη Ρωσία και ο επακόλουθος βομβαρδισμός υποτιθέμενων στρατιωτικών στόχων δικαιολογείται από την επίσημη κυβερνητική γραμμή της Ρωσίας υπό το πρόσχημα της «αποστρατιωτικοποίησης και αποναζιστικοποίησης» της γειτονικής χώρας. Το οξύμωρο που δημιουργεί το εβραϊκό υπόβαθρο του ίδιου του Προέδρου της Ουκρανίας, του οποίου μάλιστα η ευρύτερη οικογένεια εξοντώθηκε στο Ολοκαύτωμα, και του ουκρανικού λαού που υποτίθεται ότι βρίσκεται σήμερα δέσμιος μιας ναζιστικής κυβέρνησης, έχει αναδειχθεί έντονα από τα Δυτικά μέσα ενημέρωσης. Εκείνο όμως που προκαλεί ενδιαφέρον είναι η εμμονή της επίσημης ρωσικής πολιτικής γραμμής για την εξάρθρωση ενός δήθεν ναζιστικού καθεστώτος που κυβερνά την Ουκρανία. Οι καταβολές του αφηγήματος αυτού εντοπίζονται στους ιδεολογικούς ταγούς της ρωσικής ηγεσίας και αποκαλύπτουν μια πολύ ανησυχητική σύνδεση με ορισμένα παραδοσιακά αντισημιτικά πρότυπα που αναμασώνται, άλλοτε ευθέως και άλλοτε με τρόπο υποδόριο.

Εν πρώτοις, αναφορικά με την κατηγορία ότι η ουκρανική κυβέρνηση είναι υπό τον έλεγχο ακροδεξιών και ναζιστικών δυνάμεων, αυτή ερείδεται κυρίως στη δραστηριοποίηση του ακροδεξιού μιλιταριστικού τάγματος «Αζόφ» που έχει ενταχθεί στον εθνικό στρατό. Επισημαίνει σχετικά ο πολιτικός επιστήμονας ειδικός σε θέματα εξτρεμισμού Κάσπερ Ρέκαβεκ ότι παρά τον έντονα προβληματικό χαρακτήρα της ομάδας αυτής, η δραστηριοποίησή της είναι περιθωριακή και γοητεύει μια πολύ μικρή μερίδα φιλοπόλεμων εθνικιστών. Άλλωστε, η ακροδεξιά στην Ουκρανία παρουσιάζεται αρκετά αποδυναμωμένη, αφού στις τελευταίες εθνικές εκλογές έλαβε το 2% των ψήφων καταλαμβάνοντας μόλις μια θέση στο κοινοβούλιο.

Το αφήγημα περί «αποναζιστικοποίησης» που συνοδεύει την «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» του Προέδρου Πούτιν στην Ουκρανία παραπέμπει στις παραδοσιακές πρακτικές εγκαθίδρυσης ενός φασιστικού καθεστώτος. Τα μέσα που χρησιμοποιεί ο ηγέτης/δικτάτορας είναι αυτά της ανάδειξής του σε μοναδικό σωτήρα και λυτρωτή του έθνους, της δημιουργίας ενός μυθικού παρελθόντος για το έθνος, της στεγανής διάκρισης ανάμεσα σε εμάς και εκείνους και, το κυριότερο, την υπόσχεση της εθνικής παλιγγενεσίας. Για τον καθηγητή πολιτικών επιστημών του πανεπιστημίου Γέιλ των ΗΠΑ Τζέισον Στάνλεϊ, έναν από τους σημαντικότερους επιστήμονες στην έρευνα των φασιστικών και απολυταρχικών καθεστώτων, ο Πούτιν φαίνεται να ικανοποιεί όλα αυτά τα κριτήρια που τον ανάγουν σε δικτάτορα που ακολουθεί πιστά το εγχειρίδιο της φασιστικής προπαγάνδας. Σημειώνει, μάλιστα, ότι η ιδεολογία αυτή ομοιάζει έντονα και δανείζεται στοιχεία από την παραδοσιακή αντισημιτική προπαγάνδα που παριστά τους Εβραίους ως διακεκριμένη εθνοτική ομάδα – όχι μόνο θρησκευτική – και η οποία είναι πλέον γνώριμη στην ανατολική Ευρώπη. Ο φασισμός του Πούτιν εδώ εστιάζει στην εδραίωση του καθεστώτος του ως προστάτη των χριστιανικών εθνικιστικών προτύπων και στην αντίσταση εναντίον της συνεχώς επεκτατικής αντίληψης του φιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τις αντισημιτικές καταβολές της ιδεολογίας που υιοθετεί το αυταρχικό καθεστώς του Πούτιν πρέπει να ανατρέξουμε στους «πνευματικούς πατέρες» της σημερινής Ρωσίας, στον Αλεξάντρ Προκάνοβ και στον Αλεξάντρ Ντούγκιν –αρχισυντάκτης ακροδεξιάς εφημερίδας με δεσμούς στην κυβέρνηση και σύμβουλος του Κρεμλίνου αντίστοιχα. Για τους ιδεολόγους αυτούς, η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης τη δεκαετία του ’90 αποτελεί τη μεγαλύτερη καταστροφή του 20ού αιώνα. Ο Ντούγκιν ιδιαίτερα θεωρείται εμπνευστής της ιδέας του «Ευρασιανισμού», θεωρία που τοποθετεί τη Μεγάλη Ρωσική Αυτοκρατορία στο επίκεντρο των εξελίξεων ανάμεσα σε Ευρώπη και Ασία. Μάλιστα, είχε υιοθετήσει ακόμα πιο ακραία θέση από την επίσημη του Κρεμλίνου στην εισβολή και κατάληψη της Κριμαίας το 2014, οπότε και υποστήριζε την κατάληψη μέχρι και του Κιέβου. Το αφήγημα του Ντούγκιν για τη “Novorussiya” (Νέα Ρωσία) αναφέρεται στο διαστρεβλωμένο μυθικό παρελθόν της Τσαρικής Ρωσίας, μια ακραία ιμπεριαλιστική θέση που βασίζεται σε διαφορετική αντίληψη της εξωτερικής πραγματικότητας, όπως ο ίδιος ο ιδεαλιστής της παραδέχεται.

Πρόκειται για τη σύγκρουση δυο διαφορετικών πολιτισμών στα θεμέλιά τους, ανάμεσα στη Δύση και τη Ρωσία, που ενστερνίζονται αντικρουόμενα ηθικά συστήματα και αντιλαμβάνονται την ίδια την έννοια του ουμανισμού με διαφορετικό τρόπο. Για τον Ντούγκιν, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η ισότητα που ευαγγελίζονται οι δυτικές δημοκρατίες ως οικουμενικές πανανθρώπινες αρχές δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά νοητικές κατασκευές αναγόμενες στον χώρο της υποκειμενικής πραγματικότητας που στερούνται κάθε αντικειμενικού υποβάθρου. Ο φιλελευθερισμός, ως επικρατέστερο πολιτικό σύστημα στη Δύση σήμερα που κάποτε προτάθηκε ως ένα ακόμη σύστημα διακυβέρνησης, έχει αναχθεί σε φυσική πραγματικότητα και ιστορική αναγκαιότητα, γεγονός που κατά τον Ντούγκιν αποτελεί συνέπεια της μοντερνιστικής προσέγγισης. Είναι ένα σύστημα που κατατείνει στο υλιστικό, μηχανιστικό και ντετερμινιστικό μοντέλο ζωής που είναι καταδικασμένο στην αποτυχία. Εμπνευσμένος από τον πιο αμφιλεγόμενο ίσως φιλόσοφο του 20ου αιώνα, τον Μάρτιν Χάιντεγκερ, προτείνει μια νέα πολιτική προσέγγιση βασιζόμενη στην υπαρξιακή θεωρία του τελευταίου που υπερβαίνει τις κοινωνικές και φυλετικές διαφορές και, υπαγάγοντας τη θεωρία αυτή στις εθνικιστικές βλέψεις της πατρίδας του, σκοπεύει στην επαναφορά της αυθεντικής ρωσικής ψυχής σε μια νέα αυτοκρατορία. Για τους ιδεολόγους της συγκεκριμένης φιλοσοφικής προσέγγισης, η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ το 2016 στις ΗΠΑ αποτελεί μια μεγάλη νίκη του κινήματος αυτού που απηχεί σε έννοιες απομονωτισμού, προστατευτισμού και εθνικισμού.

Σε αυτή τη μάχη για την «ψυχή της Ρωσίας», η ενσωμάτωση της Ουκρανίας παρουσιάζεται ως φυσική εξέλιξη – ο ίδιος ο Ντούγκιν αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «χωρίς την Ουκρανία δεν μπορεί να υπάρξει Ρωσική αυτοκρατορία». Κατ’ επέκταση, οι Ουκρανοί γίνονται αντιληπτοί ως ένας λαός με τη Ρωσία με κοινές καταβολές και ιστορία, που απλά έμειναν εκτός των συνόρων της Ρωσίας όταν διαλύθηκε η Σοβιετική Ένωση και έχει έρθει πλέον η ιστορική συγκυρία να επανενωθούν. Το ιδεολογικό αφήγημα που ακολουθείται εν προκειμένω είναι βασισμένο σε ορισμένα παραδοσιακά αντισημιτικά στερεότυπα: ο μεγαλύτερος εχθρός του έθνους εντοπίζεται μέσα στο ίδιο το έθνος και απαντάται σε ένα ευρύ σύνολο ανθρώπων που ασπάζονται κοσμοπολίτικες, φιλελεύθερες και προοδευτικές ιδέες που βλάπτουν τη συντηρητική παράδοση της Ρωσίας. Ερωτώμενος ο ίδιος ο Ντούγκιν σε συνέντευξή του για την ισραηλινή εφημερίδα «Ντεχάκ» αναφορικά με τον μεγαλύτερο εχθρό που καλείται να αντιμετωπίσει ο Ιουδαϊσμός σήμερα, επισημαίνει ότι αυτός προέρχεται από εκείνους τους προοδευτικούς Εβραίους που δεν έχουν σύνδεση με τη γη του Ισραήλ, δηλαδή ζουν σε κοινότητες της Διασποράς, και δήθεν αντιστρατεύονται τον παραδοσιακό ιουδαϊσμό. Πρόκειται δηλαδή για «μη πραγματικούς Εβραίους» που απεκδύονται την ίδια τους την ταυτότητα καθώς πέφτουν θύματα της δυτικής αφομοίωσης.

Ο φασισμός του καθεστώτος του Πούτιν προβάλει την ιδέα της αντίστασης του απλού λαού που έχει αδικηθεί και στερηθεί των δυνατοτήτων του από μια παγκόσμια ελίτ προοδευτικών που μοχλεύουν τη διεθνή πολιτική. Σε αυτή την συνωμοτική θεωρία παρεισφρύει το γνωστό στερεότυπο σύμφωνα με το οποίο οι Εβραίοι κινούν τα νήματα και ελέγχουν την παγκόσμια οικονομία. Τα πραγματικά θύματα της συνωμοσίας σήμερα αλλά και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου είναι οι Ρώσοι Χριστιανοί πατριώτες. Οι Εβραίοι ακολουθούν, κατά τον Προκάνοβ, την πάγια τακτική της θυματοποίησης με την υπερπροβολή των δεινών του Ολοκαυτώματος και της ιστορικής καταπίεσης προς ίδιον όφελος.

Αντίστοιχα και ο Ζελένσκι δεν είναι πραγματικός Εβραίος, υπό το πρίσμα της αναχρονιστικής και παραδοσιακής αντίληψης περί εθνικής ταυτότητας που υιοθετεί το Κρεμλίνο. Είναι θύμα της φιλελεύθερης προοδευτικής προσέγγισης που τον κατατάσσει εχθρό του έθνους. Ο συντηρητισμός και ο αυταρχισμός που χαρακτηρίζουν το καθεστώς του Πούτιν δημιουργούν τις ιδανικές συνθήκες για τη διαιώνιση μερικών από των πιο θεμελιωδών διακρίσεων και παραβιάσεων ατομικών ελευθεριών, συμπεριλαμβανομένων των αντισημιτικών στερεοτύπων, όπως κληρονομούνται από τη Σοβιετική εποχή. Οποιαδήποτε προσπάθεια αναθεώρησης και, ενδεχομένως, κατάργησης των υφιστάμενων προβληματικών προτύπων συγκρούεται με τα βαθιά θεμέλια του εθνικισμού που καταλύουν το καθεστώς και στιγματίζουν τον αναθεωρητή ως προδότη.

Εκεί έγκειται άλλωστε η θεμελιώδης διάκριση των φιλελεύθερων δημοκρατιών από τα αυταρχικά καθεστώτα κατά τον Στάνλεϊ: στις μεν πρώτες προβλέπεται η δυνατότητα συνδιαλλαγής αναφορικά με τον χαρακτήρα και την κατεύθυνση που παίρνει η κοινωνία, τη βελτίωση των όρων ζωής και την ευρύτερη εξέλιξη, εφόσον βέβαια διασφαλίζονται τα θεμελιώδη δικαιώματα των μειονοτήτων όπως διαρθρώνονται και επιτυγχάνεται η ομαλή μετάβαση από τη μια δημοκρατική κυβέρνηση στην επόμενη μέσα από δημοκρατικές εκλογές. Ο φασισμός υπερβαίνει τα όρια αυτά. Εχθρός του είναι η ίδια η φιλελεύθερη δημοκρατία, την οποία αντιλαμβάνεται ως αφύσικη έννοια και πρέπει οπωσδήποτε να εξουδετερώσει, αδιαφορώντας για το τίμημα της ανθρώπινης ζωής.

*Ο Σαμ Ναμίας είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

πηγή: ΑΛΕΦ | Τεύχος 84