Donations

Θεωρείται ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους Αμερικάνους του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Ο Χένρυ Κίσινγκερ κατηύθυνε την εξωτερική πολιτική της χώρας του, κατά την διάρκεια της κλιμάκωσης και κατόπιν της αποχώρησης των αμερικανικών στρατευμάτων από τον πόλεμο στο Βιετνάμ, καθώς και κατά την εισβολή στην Καμπότζη. Εργάστηκε για την διεύρυνση των επαφών με την Κίνα και τη χαλάρωση των σχέσεων με την Σοβιετική Ένωση. Ο Κίσινγκερ υπήρξε ένας από τους σημαίνοντες, εβραϊκού θρησκεύματος, πολιτικούς στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Πολλοί έχουν υποστηρίξει ότι οι ενέργειές του δεν ήταν πάντα και τόσο επωφελείς.

Ο Χάιντς Άλφρεντ Κίσινγκερ γεννήθηκε στο Φούρθ (Furth), στη Γερμανία, κατά τα πρώτα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ο πατέρας του Λούις, ήταν διδάσκαλος, περήφανος Γερμανός, λόγιος, ήσυχος και αξιοπρεπής άνθρωπος. Η γυναίκα του Πόλα, (Paula) ήταν αυτή που μετέδωσε την σπιρτάδα του πνεύματος και την πρακτικότητα στον συνεσταλμένο και πολύ μελετηρό γιο τους.

Όταν ο Χάιντς ήταν δέκα ετών οι ναζί πήραν την εξουσία. Η δυσπιστία στους ανθρώπους και η σκοτεινή θεώρησή του για την ιστορία της ανθρωπότητας, έχουν τις ρίζες τους στα νεανικά του χρόνια. Μαζί με τους γονείς του διέφυγαν στη Νέα Υόρκη. Η ευρύτερη οικογένειά τους αφανίστηκε κατά το Ολοκαύτωμα. Στις ΗΠΑ, εγκαταστάθηκαν σε μια γειτονιά Γερμανών-Εβραίων στην Ουάσινγκτον Χάιτς, βόρεια του Μανχάταν. Ο Χάιντς μετονομάστηκε σε Χένρυ, φοίτησε στο Λύκειο Τζόρτζ Ουάσινγκτον και κατόπιν στο Κολλέγιο Σίτι της Νέας Υόρκης, εργαζόμενος καθ’ όλη την διάρκεια των σπουδών του. Το 1943 κλήθηκε να υπηρετήσει στον αμερικανικό στρατό και ως εκ τούτου, διέκοψε τη φοίτησή του. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, αναγνωρίστηκαν τα ιδιαίτερα ταλέντα του και τοποθετήθηκε σε θέση αντικατασκοπείας. Η θέση του Κίσινγκερ κατά τη διάρκεια του πολέμου, ως βοηθός του στρατηγού Φρίτζ Κρέμερ (Fritz Kraemer), σθεναρού αντιναζιστή με γερμανική καταγωγή και κατόπιν, ως διοικητής της γερμανικής πόλης Κρέφελντ του έδωσαν την ευκαιρία να μάθει τη λειτουργία και την πρακτική της κυβέρνησης και του στρατού της Αμερικής .

Μετά τον πόλεμο, όταν επέστρεψε στις ΗΠΑ ξεκίνησε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Υπό την εποπτεία του καθηγητού Γουίλιαμ Γιαντέλ Έλιοτ, σπούδασε φιλοσοφία και ιστορία. Ως φοιτητής, από νωρίς απέκτησε τη φήμη των πομπωδών δηλώσεων και του στομφώδη λόγου. Η διατριβή του με θέμα τη σημασία της ιστορίας, ήταν η μεγαλύτερη σε μήκος και σε εμβάθυνση του θέματος διατριβή και έσπασε το ρεκόρ στο Κέιμπριτζ.

Η καριέρα του στο Χάρβαρντ ήταν υποδειγματική και ήταν η βάση για την επιτυχία του αργότερα, στη διπλωματία. Ως απόφοιτος ίδρυσε το διεθνές σεμινάριο του Χάρβαρντ (Harvard International Seminar), στο οποίο συμμετείχαν πολλοί μελλοντικοί ηγέτες. Οι κοντινές του σχέσεις με τον Ιάπωνα Γιασουσίρο Νακασόνε (Yasuhiro Nakasone), με τον Γάλλο Βαλερί Ζισκάρ Ντ’ Εσταίν (Valery Giscard d’Estaing) και με τον Ισραηλινό Γιγκάλ Αλόν (Yigal Allon), χρονολογούνται από εκείνη την περίοδο. Εξέδωσε το περιοδικό «Confluence» με συμμετοχή της Χάνα Άρεντ (Hannah Arendt), του Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ (John Kenneth Galbraith), του Πολ Νίτσε (Paul Nitze) και του Μακ Τζόρτζ Μπάντι (McGeorge Bundy).

Η διδακτορική διατριβή του Κίσινγκερ αφορούσε στον πρίγκηπα Μέτερνιχ και στην επίτευξη της μετα- ναπολεονικής ειρήνης («A World Restored: Metternich, Castlereagh and the problems of Peace 1812-1822») Κατά τον Δρ. Κίσινγκερ, οι δυσκολίες για ειρήνη μετά το Βατερλό αντικατοπτρίζονταν στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Ενώ άλλοι σχεδίαζαν την απαγόρευση των πυρηνικών δοκιμών, ο ίδιος μελετούσε την Ρεάλπολιτικ του Μέτερνιχ και του Ρόμπερτ Στιούαρτ υποκόμη Κάσλρεϊ (Viscount Castlereagh). Ο καθηγητής του Χάρβαρντ ήταν εντυπωσιασμένος από το όραμα του Μέτερνιχ, ο οποίος θεωρούσε ότι η διπλωματία έχει σχέση με τους περιορισμούς της κάθε προσωπικότητας. Ο Κίσιγκερ θαύμαζε τον Μπίσμαρκ, τον σιδηρούν Καγκελάριο της Πρωσίας, που ταπείνωσε τους Γάλλους ενώ ενοποίησε το κράτος του και το έκανε παγκόσμια δύναμη. Ο Κίσιγκερ ασπάστηκε την άποψη του Μπίσμαρκ, ότι η εξωτερική πολιτική πρέπει να βασίζεται στη στρατιωτική, οικονομική και πολιτική δύναμη και όχι στα συναισθήματα.

Ο Κίσινγκερ, στο κέντρο των διεθνών σχέσεων και στο πρόγραμμα αμυντικών σπουδών του Χάρβαρντ, ανέπτυξε ακαδημαϊκές θεωρίες για τον έλεγχο των όπλων και έγραψε ένα βιβλίο για τη στρατηγική χρήση των πυρηνικών όπλων. Στη συνέχεια, έγινε γνωστός από τη θέση του στο συμβούλιο εξωτερικών σχέσεων με τις απόψεις του υπέρ της περιορισμένης χρήσης πυρηνικών όπλων στους πολέμους (η λεγόμενη ευέλικτη θεωρία απόκρισης και βαθμιαίας αποτροπής) και ως ειδικός σύμβουλος του Κυβερνήτη της Νέας Υόρκης, Νέλσον Ροκφέλερ και υποψήφιου προέδρου, στον οποίο πρότεινε «άνοιγμα» των διπλωματικών σχέσεων των ΗΠΑ με την κομμουνιστική Κίνα του Μάο Τσε Τουνγκ. Οι ιδέες του και η διανοητική του ικανότητα οδήγησαν τον πρόεδρο Νίξον, το 1968 να τον διορίσει σύμβουλο εθνικής ασφάλειας.

Νίξον και Κίσινγκερ θα διαχειρίζονταν, επί πέντε ταραχώδη έτη, την αμερικανική εξωτερική πολιτική από τον Λευκό Οίκο, παρακάμπτοντας το υπουργείο Εξωτερικών. Προφανώς, ένιωθαν ότι δεν είχαν την υποστήριξη του αμερικανικού λαού κατά τη διάρκεια της θητείας τους και οι αποφάσεις περί της εξωτερικής πολιτικής δεν ήταν διαφανείς. Πίστευαν και οι δύο, ότι δεν μπορούσαν να νικήσουν στον πόλεμο του Βιετνάμ αλλά η αμερικανική παρουσία στην περιοχή θα εξασφάλιζε μια ειρήνη με αξιοπρέπεια (μάταιες λέξεις για τα εκατομμύρια των Καμποτζιανών και των Βιετναμέζων, που θα συνέχιζαν να χάνουν τη ζωή τους) και θα επιβεβαίωνε ότι η Αμερική είναι αξιόπιστη υπερασπιστής της ελευθερίας που παρουσίαζε ότι ήταν.

Η μεγάλη επιρροή που είχε ο Κίσινγκερ στην εξωτερική πολιτική της Αμερικής ήταν η αντίληψή του (διατυπωμένη καταρχήν, κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ) ότι πριν η χώρα εμπλακεί σε κάποια μείζονα εξωτερική προσπάθεια, θα πρέπει να σταθμίσει το μακροχρόνιο αποτέλεσμα, να κατανοηθεί και να γίνει αποδεκτή από το μεγαλύτερο ποσοστό των πολιτών. Πίστευε ότι η μεγάλη τραγωδία της διοίκησης του Τζόνσον, ήταν ότι δεν εκτίμησαν σωστά τους μακροπρόθεσμους στόχους.

Η ισχύς της εξουσίας Νίξον- Κίσινγκερ μαζί με την αξιοπιστία τους, αποδείχτηκαν αποτελεσματικά στο άνοιγμα προς την Κίνα. Η ιστορική επίσκεψη του Νίξον στην Κίνα ήταν πιθανώς, η πιο σημαντική και έξυπνη κίνηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής μετά το σχέδιο Μάρσαλ, την εποχή της διακυβέρνησης Τρούμαν, καθώς και η ύφεση (détente) της ψυχροπολεμικής ρητορικής και έντασης με την Σοβιετική Ένωση του Λεονίντ Μπρέζνιεφ. Ως αποτέλεσμα των επαφών του με τον Κινέζο πρωθυπουργό Τσου Ενλάι, συμφωνήθηκε μία ενιαία αμερικανοκινεζική αντισοβιετική στρατηγική, στα πλαίσια κοινών κρατικών συμφερόντων. Ο Κίσινγκερ υποστήριξε ότι αυτή η συμφωνία αποτελεί απόδειξη της υπεροχής των συμφερόντων έναντι της ιδεολογίας στην χάραξη διεθνούς πολιτικής.

Ωστόσο ο παγερός ρεαλισμός της κοσμοθεωρίας του Κίσινγκερ οδήγησε σε μια διπλωματία βασισμένη στη δύναμη, χωρίς ιδεαλισμό και ηθική. Ο Κίσινγκερ θεωρούσε ότι οι εξωτερικές σχέσεις όφειλαν να διασφαλίσουν την ισορροπία δυνάμεων και τη μέγιστη δυνατή επιρροή, παρόλο που αυτή η άποψη δεν αντικατόπτριζε τον αμερικανικό ιδεαλισμό.

Οι φόβοι και η παράνοιά του για την αμερικανική κοινή γνώμη, οδήγησαν στο να κρατηθεί μυστικός ο βομβαρδισμός της Καμπότζης και η αιτία να αναπτύξει μια υπηρεσία εύρεσης τυχόν διαρροών από το υπουργείο Εξωτερικών. Η εβραϊκή του ταυτότητα, πιθανώς τον παρακίνησε στην καθυστέρηση της αποστολής βοήθειας στο Ισραήλ κατά τη διάρκεια του πολέμου του Γιόμ Κιπούρ (και μόνο όταν ο Νίξον θορυβήθηκε από την σοβιετική βοήθεια στη Συρία, έδωσε εντολή να αποσταλούν άμεσα στρατιωτικά εφόδια στο Ισραήλ). Ο Κίσινγκερ οργάνωσε και διεκπεραίωσε την πρώτη στρατηγική συνομιλία περιορισμού όπλων (Strategic Arms Limitation Talks, SALT 1), καθώς και την υπογραφή ειρήνης με το Βόρειο Βιετνάμ (ο πόλεμος θα συνεχιζόταν, μέχρις ότου αποσυρθούν οι Αμερικανοί το 1975), διορίστηκε υπουργός Εξωτερικών (ο πρώτος εβραϊκού θρησκεύματος) και έλαβε το Νόμπελ ειρήνης, αυτό όμως που κληροδότησε παραμένει αμφισβητήσιμο. Νίξον και Κίσινγκερ ήταν εξαιρετικοί στη στρατηγική και την τακτική τους, απέτυχαν όμως και οι δύο να αναγνωρίσουν και να υποστηρίξουν τα κινήματα των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αξιών, ίσως και εξ’ αιτίας των αυταρχικών προσωπικοτήτων τους. Ο Κίσινγκερ απέφευγε να δίνει συνεντεύξεις Τύπου κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Νίξον, εξ’ αιτίας της βαριάς γερμανικής προφοράς του.

Ο Κίσινγκερ δεν αντιλαμβανόταν την σημασία των τοπικών πολιτικών και των εθνοτικών τάσεων, όπως για παράδειγμα την υποστήριξη του Σάχη του Ιράν προκειμένου να διασφαλίσει τα συμφέροντα της Αμερικής, ενώ αγνόησε την άνοδο του φονταμενταλιστικού κινήματος του Αγιατολάχ Χομεϊνί.

Ο Κίσινγκερ είχε έναν ρεαλισμό, με τον οποίο αντιλαμβανόταν ότι η δύναμη της εξωτερικής πολιτικής της Αμερικής είχε τα όριά της. Η ύφεση με τη Σοβιετική Ένωση αποφεύχθηκε με την συμφωνία αμοιβαίας συγκράτησης και περιορισμού των απειλών.

Η σαφής θέση του Κίσινγκερ περί ισορροπίας δυνάμεων παραμένει και σήμερα ισχυρή και αμφιλεγόμενη.