Donations

Στο διάστημα που παρήλθε από τη δημοσίευση του τελευταίου τεύχους του ανά χείρας περιοδικού, τη νομική και κοινωνική πραγματικότητα του ευρωπαϊκού χώρου και ιδιαίτερα, των εβραϊκών κοινοτήτων εντός αυτού, ταλάνισαν δυο ιδιαίτερα σημαντικές δικαστικές αποφάσεις. Πέραν του καθαρά θεωρητικού και εγκυκλοπαιδικού ενδιαφέροντος που κανείς μπορεί να εντοπίσει στην ανάλυση των αποφάσεων αυτών, η μεγάλη τους σημασία έγκειται πρωτίστως στο πρακτικό ενδιαφέρον, όσον αφορά τη διάπλαση μιας ορισμένης κατάστασης. Οι αποφάσεις που αναλύονται παρακάτω προέρχονται από το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από το γερμανικό Συνταγματικό δικαστήριο. Σκοπός της ανάλυσης είναι η συνοπτική παρουσίαση του πραγματικού και του διατακτικού τους, καθώς και της σημασίας τους για τον νομικό κόσμο.

Κασέρ και Χαλάλ

Στις 17 Δεκεμβρίου 2020, δημοσιεύθηκε από το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΔΕΕ) η πολυαναμενόμενη απόφαση επί του αιτήματος προδικαστικής κρίσης, στο ζήτημα της προστασίας των ζώων κατά τη θανάτωσή τους. Πρόκειται για την απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε από το Συνταγματικό δικαστήριο του Βελγίου, αναφορικά με το αν πρέπει να κριθεί θεμιτή και σύμφωνη με το ευρωπαϊκό δίκαιο η πρότερη αναισθησία για τα ζώα, που πρόκειται να σφαγιαστούν προς κατανάλωση, ώστε να μειώνεται κατά το δυνατό ο πόνος στον οποίο υποβάλλονται. Η νομική διαμάχη ξεκίνησε ως επακόλουθο της εισαγωγής σχετικής νομοθεσίας σε δύο περιφέρειες του Βελγίου, που απαιτούσαν την αναισθησία προ της θανάτωσης και την προσφυγή ισραηλιτικής και μουσουλμανικής κοινότητας στο Συνταγματικό δικαστήριο, με το επιχείρημα ότι η νομοθετική επιβολή της πρακτικής αυτής ενέχει έναν μεγάλο κίνδυνο να επέλθει πράγματι ο θάνατος του ζώου, προτού αυτό θανατωθεί σύμφωνα με την τελετουργία που επιτάσσει τόσο η εβραϊκή, όσο και η μουσουλμανική θρησκεία, για να θεωρείται το κρέας προερχόμενο από το ζώο αυτό κασέρ και χαλάλ αντίστοιχα. Μια τέτοια αβεβαιότητα δεν θα μπορούσε να συμβαδίζει με τις επιταγές των δύο θρησκειών και επιφέρει, κατ’ αποτέλεσμα, παραβίαση του θεμελιώδους χάρτη δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της περιεχόμενης σε αυτόν αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας, όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες κοινότητες.

Με την υποβολή του αιτήματος προδικαστικής κρίσης, το ΔΕΕ βρέθηκε αντιμέτωπο με μια αρκετά δύσκολη στάθμιση, καθώς κλήθηκε να συγκεράσει από τη μία την προσπάθεια επιβολής του πιο ανώδυνου θανάτου των ζώων, που πρόκειται να σφαχθούν και από την άλλη, το σεβασμό στις παραδόσεις και τα τελετουργικά του ιουδαϊσμού και του ισλάμ. Το ΔΕΕ προέβη σε μια στενή ερμηνεία παλαιότερου ευρωπαϊκού κανονισμού, σχετικού με τον τρόπο σφαγής των ζώων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τον περιορισμό του πόνου που υφίστανται, μέχρι τη στιγμή της σφαγής, ώστε να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι το ευρωπαϊκό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να υιοθετήσουν ένα πλέγμα διατάξεων αυστηρότερο προς τον σκοπό της ευμενέστερης μεταχείρισης των ζώων, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο στην υιοθέτηση αντίστοιχων μέτρων με αυτά του Βελγίου για τις έννομες τάξεις των υπόλοιπων κρατών μελών. Αξιοσημείωτο είναι, ότι η εν λόγω κρίση του ΔΕΕ βρίσκει έρεισμα μόνο σε παλαιότερη νομολογία του ευρωπαϊκού δικαστηρίου δικαιωμάτων του ανθρώπου σε υπόθεση αφορώσα προσφυγή κατά της Γαλλίας, στην οποία κοινότητα υπερ-ορθόδοξων επικαλέστηκε παραβίαση του δικαιώματος στην έκφραση θρησκευτικών πεποιθήσεων, επί τη βάση απόρριψης αιτήματός τους για παροχή άδειας τέλεσης σφαγής με τρόπο κασέρ. Σε μια αρκετά συντηρητική προσέγγιση, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση των δικαιωμάτων των προσφευγόντων, αφού αυτοί μπορούσαν ούτως ή άλλως να προμηθευτούν κρέας που πιστοποιείται ως κασέρ από το γειτονικό Βέλγιο. Στον αντίποδα αυτής της μεμονωμένης κρίσης, παρατηρείται μια καθιερωμένη νομολογία δικαστηρίων του ευρωπαϊκού χώρου που παραδοσιακά τίθενται υπέρ της θρησκευτικής ελευθερίας, ταυτόχρονα δε, συντάσσεται με την κρατούσα νομολογία η πρόταση του ίδιου του Γενικού Εισαγγελέα Χόγκαν, σύμφωνα με τον οποίο, τυχόν αυστηρότερα μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη για την προστασία των ζώων θα πρέπει να μην πλήττουν τον πυρήνα του θεμελιώδους δικαιώματος των πιστών στην τήρηση των παραδόσεών τους. Μάλιστα, αναφέρεται περαιτέρω στη δυσφορία που ενδεχομένως προκαλούν ορισμένες παρωχημένες ή και «βάρβαρες» θρησκευτικές τελετουργίες στους σύγχρονους κοινωνούς, τονίζει ωστόσο ότι σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να εναπόκειται ο σεβασμός των στοιχείων αυτών στην ευχέρεια των κρατών μελών, αλλά οφείλει να εξασφαλίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση το σεβασμό του θεμελιώδους δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας, κατά την αποκλειστική της αρμοδιότητα.

Εξύβριση και παρακίνηση σε μίσος

Σε διαφορετικό πλαίσιο, αξιοπρόσεκτη είναι η απόφαση του συνταγματικού δικαστηρίου της Γερμανίας στην προσφυγή ακροδεξιού πολιτικού, για την εις βάρος του καταδίκη σε εξύβριση και παρακίνηση σε μίσος κατά των Εβραίων συμπολιτών του. Αναλυτικότερα, ο Σάσα Κρόλζιγκ υπήρξε αρχηγός ακροδεξιού κόμματος από το Ντόρτμουντ, ο οποίος προέβη στην ανάρτηση άρθρου στο διαδίκτυο, που περιείχε υποτιμητικά και προσβλητικά σχόλια κατά του προέδρου της εβραϊκής κοινότητας του Ντέτμολντ, συγκεκριμένα χαρακτηρίζοντάς τον «αναιδή Εβραίο» και ταυτόχρονα, κατέκρινε την υποτιθέμενη επιρροή των Εβραίων στην πολιτική σκηνή της Γερμανίας, ενώ καλούσε σε μποϊκοτάζ της κοινότητας ώστε «η επιρροή της στην πολιτική να μειωθεί στο μηδέν το συντομότερο δυνατό». Η δίωξη που ασκήθηκε εις βάρος του κατέληξε στην επιβολή ποινής 6 μηνών φυλάκισης, χωρίς αναστολή. Προσβάλλοντας την απόφαση αυτή, υποστήριξε ενώπιον του συνταγματικού δικαστηρίου, ότι οι σχετικές δηλώσεις προστατεύονταν από το δικαίωμά του στην ελευθερία έκφρασης.

Κατά την εξέταση των ισχυρισμών του προσφεύγοντος ακροδεξιού πολιτικού, το συνταγματικό δικαστήριο έλαβε υπόψη του τόσο τα όρια της ελευθερίας έκφρασης, όσο και το ιστορικό βάρος του αντισημιτισμού στην Γερμανία. Κατ’ αρχάς, διατρανώνεται από το δικαστήριο η σπουδαιότητα της τήρησης της κοινωνικής ειρήνης και στο πλαίσιο αυτό, ο περιορισμός της ελεύθερης έκφρασης, όταν τίθεται εν αμφιβόλω η δημόσια ασφάλεια και δημιουργείται η υπόνοια προτροπής σε βία. Εν συνεχεία, το δικαστήριο ανέλυσε τις δηλώσεις του προσφεύγοντος υπό το πρίσμα του ιστορικού πλαισίου, αναφερόμενο μάλιστα στην εμπειρία του Ολοκαυτώματος ως μια συστηματική προσπάθεια αποδόμησης της ανθρώπινης υπόστασης των Εβραίων ανά την Ευρώπη και την εν πολλοίς εξόντωσή τους, καλεί στην αναγωγή της έννοιας του «Εβραίου» σε ένα καθεστώς αυξημένης ευαισθησίας, κυρίως στην περίπτωση που η αναφορά γίνεται με πρόθεση την καλλιέργεια μίσους και την παρακίνηση σε διακριτική μεταχείριση εις βάρος του εβραϊκού πληθυσμού. Μια τέτοια πρακτική θα ταυτιζόταν, άλλωστε, με τις στοχεύσεις της ναζιστικής προπαγάνδας. Το δικαστήριο τονίζει επίσης, ότι η καταδίκη ορθώς επήλθε, όχι λόγω του ενδότερου ναζιστικού ιδεολογικού φρονήματος που ο προσφεύγων τυχόν υιοθετεί, αλλά στη βάση των συγκεκριμένων εξωτερικευμένων ιδεών του, όπως αυτές δημοσιοποιήθηκαν. Η ανοχή δημόσιων δηλώσεων που ερείδονται στη ναζιστική ιδεολογία, συνιστά αφ’ εαυτή απειλή προς τους δημοκρατικούς θεσμούς, αφού φέρει τον κίνδυνο της μετατροπής του εποικοδομητικού πολιτικού διαλόγου σε μια άγονη και επικίνδυνη έξαρση μισαλλόδοξων διακηρύξεων.

Συμπεράσματα και εκτιμήσεις

Τα αποσπάσματα της νομολογίας που αναλύθηκαν παραπάνω, αναδεικνύουν δυο αντίρροπες τάσεις της ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Το ΔΕΕ επιλέγει να ακολουθήσει μια καθαρά κοσμική προσέγγιση στο ζήτημα της σφαγής των ζώων σύμφωνα με τις επιταγές του κασέρ και του χαλάλ, παραβλέποντας τις θρησκευτικές ευαισθησίες ενός οργανικού μέρους του ευρωπαϊκού πληθυσμού, τη στιγμή που το γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο επιβεβαιώνει την αυστηρότητα που επιδεικνύει σε φαινόμενα μισαλλοδοξίας και αντισημιτισμού. Το ΔΕΕ αποβλέπει σε ένα εκκοσμικευμένο ευρωπαϊκό περιβάλλον με πολύ στενά όρια, που δεν δίνει τη δυνατότητα στις μη χριστιανικές μειονότητες να ακολουθήσουν τις δικές τους παραδόσεις. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσιάζεται εν προκειμένω αδιάφορη για την κατάφωρη παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας των μειονοτήτων της, στο βωμό της επιδίωξης του περιορισμού του πόνου που υφίστανται τα ζώα που πρόκειται να σφαχτούν, τηρεί όμως στην πραγματικότητα υποκριτική στάση αφού οι ίδιοι οι κανονισμοί που εκδίδει, παραλείπουν να αναφερθούν στις συνήθως άθλιες συνθήκες ανατροφής των ζώων αυτών. Εν αντιθέσει, το γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο κατατείνει, με τη νομολογία που καθιερώνει, στη διάπλαση μιας κοινωνίας ανεκτικής, ανοιχτής προς τη μειονότητα που συνιστούν οι Εβραίοι πολίτες της και αυστηρής προς οποιονδήποτε επιχειρεί να υπονομεύσει τον δημοκρατικό της χαρακτήρα. Το ερώτημα που προκύπτει από τις τελευταίες νομολογιακές εξελίξεις, είναι κατά πόσο η σημερινή Ευρώπη δίνει τη δυνατότητα στους Εβραίους πολίτες της να αυτοπροσδιορίζονται και να εκφράζουν τον «ιουδαϊσμό» τους. Πρόκειται κατά τη γνώμη μου, για ένα ερώτημα -εν προκειμένω ο περιορισμός του πόνου στα ζώα προς σφαγή- που δεν συνδέεται τόσο με προφάσεις που ανά καιρούς θα αποτελέσουν αντικείμενο επίκλησης στις δικαστικές διαμάχες, όσο με το όραμα και τη μορφή που κατευθύνουν τις δικανικές κρίσεις για τη διαμόρφωση της ιδέας που ενσαρκώνει η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση.

*Ο Σαμ Ναμίας είναι προπτυχιακός φοιτητής στη Νομική σχολή Αθηνών.