Donations

Ο δρ Νεοελληνικής Φιλολογίας και συγγραφέας μιλάει αναφορικά με το Ολοκαύτωμα και το έλλειμμα γνώσης.

Για πολλές δεκαετίες τη Θεσσαλονίκη σκέπαζε ένα πέπλο σιωπηλής ενοχής εξαιτίας της εξολόθρευσης των Εβραίων πολιτών της κατά τη διάρκεια της Κατοχής αλλά και εξαιτίας της λεηλασίας και της αρπαγής των περιουσιών τους µεταπολεµικά – κάτι για το οποίο ακόµη δεν λέγονται πολλά ανοιχτά. Στο πρόσφατο βιβλίο του µε τίτλο «Ξανά στη Σαλονίκη. Η µετέωρη επιστροφή των Ελλήνων Εβραίων στον γενέθλιο τόπο (1945-1946)» (Εκδόσεις Πόλις) ο Θεσσαλονικιός συγγραφέας Λέων Α. Ναρ καταθέτει στοιχεία από ανέκδοτο υλικό το οποίο µελέτησε για τις δυσχερείς συνθήκες που αντιµετώπισαν επιστρέφοντας στην πατρίδα τους οι επιζήσαντες από τη ναζιστική λαίλαπα οµόθρησκοι συµπολίτες του. Τον συναντήσαµε και µιλήσαµε τόσο για τη γενέτειρά του που ύστερα από δεκαετίες ιστορικού τραυλίσµατος και απόλυτης σιωπής, όπως υποστηρίζει, άρχισε σιγά σιγά να αναστοχάζεται µε αρκετή αυτοπεποίθηση όσο και για τη σπουδαιότητα της ανοιχτής δηµόσιας συζήτησης µε τίτλο «Οι Εβραίοι στην ελληνική κοινωνία (Στερεότυπα – Πολιτεία – ΜΜΕ)» την οποία διοργανώνει η Ισραηλιτική Κοινότητα Αθηνών το προσεχές Σάββατο με αφορμή το βιβλίο του.

Ποιο είναι το βασικό ζητούµενο αυτής της εκδήλωσης, κ. Ναρ;

Σε καθηµερινή σχεδόν βάση έρχοµαι αντιµέτωπος µε υγιώς σκεπτόµενους ανθρώπους οι οποίοι οµολογούν την άγνοιά τους σχετικά µε θέµατα που αφορούν το παρελθόν της πόλης. Εδώ ακριβώς εδράζεται η ιδέα για την εκδήλωση του επόµενου Σαββάτου µε το ελκυστικότατο πάνελ (Γιώργης Γερόλυµπος, Μωυσής Ελισάφ, Γιάννης Μπουτάρης, Μίνος Μωυσής, Ευανθία Ρεµπούτσικα, ∆αβίδ Σαλτιέλ, Αλβέρτος Ταραµπουλούς, Τάσος Τέλλογλου) που έχει σκοπό οι υγιώς σκεπτόµενοι –αυτοί που είναι πρόθυµοι να ακούσουν– να µάθουν και να προβληµατιστούν. Το κάλεσµα απευθύνεται σε αυτούς οι οποίοι µαζί µε άλλους, τους ήδη υποψιασµένους, θα απαντήσουν συλλογικά, υψώνοντας τη φωνή τους απέναντι στις ακραίες αντιλήψεις. Είναι καιρός, νοµίζω, να πάµε ακόµη ένα βήµα παρακάτω –γιατί έχουµε προχωρήσει αρκετά– και να διαχειριστούµε µε περισσότερο σεβασµό τη µνήµη των χιλιάδων νεκρών συµπολιτών µας.

Την τελευταία δεκαετία η Θεσσαλονίκη επιχειρεί να γνωρίσει το παρελθόν της χωρίς προκαταλήψεις και φόβο. Αρκούν όσα έχουν γίνει;

Σιγά σιγά η Θεσσαλονίκη διαχειρίζεται ψύχραιµα τη µνήµη της, αποκτά πιο δυνατή φωνή. ∆εν αρκεί όµως αυτό· είµαστε ακόµη στην αρχή. Οι δεκαετίες της σιωπής ήταν εκκωφαντικές, νοµίζω ότι το παιχνίδι θα ισορροπήσει στις επόµενες γενιές. Εχουν ωστόσο ωριµάσει οι συνθήκες για την ψύχραιµη διαχείριση ενός παρελθόντος στην ιστορία της πόλης που έµεινε για δεκαετίες χωρίς µνήµη και οικοδόµησε το µέλλον παραβλέποντας συνειδητά τον προσήκοντα τουλάχιστον σεβασµό στους χιλιάδες απόντες. Οσα έχουν γίνει δεν αρκούν σε καµιά περίπτωση, αποτελούν ωστόσο πολύ καλή βάση προβληµατισµού. Ο αγώνας πρέπει να είναι διαρκής.

Σε ποιον βαθµό η Θεσσαλονίκη –και ευρύτερα η ελληνική κοινωνία– έχει συνειδητοποιήσει το µέγεθος της μεταπολεµικής αδιαφορίας και της σιωπής που ακολούθησαν τον εβραϊκό διωγµό από τους ναζί;

H Θεσσαλονίκη αρνιόταν συνειδητά για αρκετές δεκαετίες να γίνει τόπος µνήµης· χρειάστηκε να κυλήσει πολύ νερό ιστοριογραφίας και λογοτεχνίας για να αρχίσει κάτι να κινείται. Τελευταία πύκνωσαν οι σχετικές µελέτες και συγκροτήθηκε µια εκτεταµένη βιβλιογραφία για την προσέγγιση της ιστορικής αλήθειας. Νοµίζω πάντως ότι η κοινωνία δεν έχει συνειδητοποιήσει –κυρίως γιατί δεν γνωρίζει– το µέγεθος της καταστροφής που συντελέστηκε στη Θεσσαλονίκη.

Παρά τη βιβλιογραφική έκρηξη που παρατηρείται σχετικά µε το Ολοκαύτωµα και την προκατοχική ιστορία των Ελλήνων Εβραίων, η εξέταση των γεγονότων της πρώτης μεταπολεµικής περιόδου παρέµεινε στο περιθώριο. Το βιβλίο σας φωτίζει αυτή την ιστορική φάση.

Επιχείρησα να φωτίσω τον αγώνα όσων επέστρεψαν να διεκδικήσουν τις περιουσίες τους από τους «µεσεγγυούχους» και τον σκοτεινό ρόλο της Υπηρεσίας ∆ιαχείρισης Ισραηλιτικών Περιουσιών που κατέσχεσε τα περιουσιακά τους στοιχεία. Επικεντρώθηκα στον επιζώντα ως άνθρωπο και στη σκληρή καθηµερινότητά του, µιας και µετά τη φρίκη που βίωσε στα στρατόπεδα αντιµετώπισε και την παγερή σιωπή της πολιτείας στην προσπάθειά του να σταθεί στα πόδια του και να ξαναχτίσει την κοινότητά του. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ εγκαταλείφθηκαν 10.000 κατοικίες, µεταπολεµικά δεν µπορούσαν να στεγαστούν ούτε 1.200 Ισραηλίτες στην πόλη. Υπήρξε αδιαφορία του διοικητικού γραφειοκρατικού µηχανισµού για το ζήτηµα της απόδοσης των περιουσιών στους δικαιούχους, η οποία συχνά έφτανε στα όρια της εχθρότητας.

Οι Θεσσαλονικείς πώς αντιµετώπισαν τους επιζήσαντες;

Ανάλογα µε τη συµπεριφορά που έδειξαν διακρίνονται σε εκείνους που έδειξαν ανθρωπιστικό πρόσωπο και σε όσους επιδίωξαν προσωπικό όφελος από τον πόνο. Ωστόσο υπάρχει κάτι ακόµη βαθύτερο για τη γενικότερη στάση όλων που ανιχνεύεται στο συλλογικό ασυνείδητο. Το κρίσιµο ερώτηµα είναι η σιωπή: πρέπει να επιµείνουµε σε αυτό. Γιατί ακόµη και αυτοί που έβλεπαν µε συµπάθεια τους Εβραίους δεν µίλησαν; Υπάρχει δηλαδή µια υποδόρια ενοχή. Σωστά ο Ντίνος Χριστιανόπουλος στην έρευνά του για το τι έκαναν οι ποιητές της Θεσσαλονίκης για τους Εβραίους τόνισε ότι είναι αστείο πράγµα για µια πόλη τριακοσίων χιλιάδων κατοίκων τότε να έχουν γραφεί δέκα υποφερτά ποιήµατα και άλλα τόσα πεζά. Φαίνεται ότι το δράµα των Εβραίων δεν χώρεσε αρχικά στα συγγραφικά σχέδια πολλών, αντίθετα µε σήµερα που εµπνέει αρκετούς. Η στάση των λογοτεχνών αντικατοπτρίζει τη γενικότερη στάση των Θεσσαλονικέων.

Στο βιβλίο αναφέρεστε εκτενώς στην καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου το 1943. Τι φέρνει στο φως η έρευνα σας για αυτό το γεγονός που ίσως δεν γνωρίζει ο περισσότερος κόσμος;

Στις 25 Ιουνίου 1945 η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης με υπόμνημα έθεσε το θέμα της καταστροφής του εβραϊκού νεκροταφείου, η οποία, διατάχθηκε κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Η καταστροφή άρχισε με το πρόσχημα της διάνοιξης μιας ευρείας οδού, χρήσιμη δήθεν για στρατιωτικούς λόγους. Πλην όμως, η Ι.Κ.Θ. παρατήρησε με έκπληξη ότι τα συνεργεία εργατών που στάλθηκαν στο νεκροταφείο δεν περιορίστηκαν στη διάνοιξη της συγκεκριμένης οδού. Η καταστροφή επεκτάθηκε με εκπληκτική ταχύτητα και η επέμβαση γενικεύτηκε με τη συνδρομή εκατοντάδων εργατών. Μετά την καταστροφή άρχισε και το εμπόριο των επιτύμβιων μαρμάρων, των τούβλων και άλλων υλικών. Την καταστροφή αυτή ακολούθησε η τυμβωρυχία, με την εκταφή των νεκρών και τη φιλοδοξία να βρεθούν χρυσά δόντια… Η αξιολόγηση των συνθηκών καταστροφής και λεηλασίας του παλιού νεκροταφείου της Κοινότητας, που συντελέστηκε στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, πάνω στα ερείπια του οποίου χτίστηκε η μεγαλύτερη πανεπιστημιούπολη της Ελλάδας, είναι ένα ζητούμενο που αναδεικνύει το βιβλίο παραθέτοντας στοιχεία για την εκτεταμένη δημόσια χρήση των επιτύμβιων πλακών του, οι οποίες σε πολλά σημεία της πόλης είναι ορατές ακόμη και σήμερα.

Πηγή: Μαρίνα Αγγελάκη, 21.02.2020, documentonews