Donations

Στο πρώτο του θεατρικό έργο ο Λέων Ναρ ανασύρει μνήμες από τους προγόνους του και επιλέγει να μιλήσει για το μεγαλύτερο ίσως τραύμα που υπέστη πληθυσμός της Θεσσαλονίκης: την εξόντωση των Εβραίων στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής. Έτσι προκύπτει το «Δεν σε ξέχασα ποτέ» που αγκαλιάζεται από το ΚΘΒΕ και το ΜΜΘ σε μια συμπαραγωγή.

«Δεν σε ξέχασα ποτέ» επιλέγει να ονομάσει την πρώτη του απόπειρα θεατρικής γραφής. Και παρ’ όλο που ο τίτλος του εκκινεί από έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, ίσως και να παραπέμπει τελικά στην ιστορία που όλοι οφείλουμε να θυμόμαστε, αφού η υπόθεση ξεδιπλώνεται με φόντο συγκλονιστικά γεγονότα, που καλό είναι να ξεχνάμε.

Ο Λέων Ναρ ξύνει με την πένα του μια τεράστια πληγή. Έχοντας στο επίκεντρο της αφήγησής του μια μεγάλη αγάπη ξεδιπλώνει τη ζωή μιας διάσημης τραγουδίστριας που ερμηνεύει επί σκηνής 10 σεφαραδίτικα και ρεμπέτικα τραγούδια. Όμως, πίσω από αυτήν ξετυλίγει ταυτόχρονα και το νήμα της ιστορικής μνήμης ενός κόσμου, που εξοντώθηκε βίαια και «λησμονήθηκε άδικα», όπως λέει στη «ΜτΚ» ο συγγραφέας. Πρόκειται για την Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης των 50.000 Σαλονικιών, που χάθηκαν την περίοδο της ναζιστικής κατοχής. « Η Ζάνα, ο Γκάμπι, ο Ιντό, η Γράσια, αλλά και οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές του έργου (γιατί για μένα όλοι οι αφηγητές της ιστορίας τελικά πρωταγωνιστούν) θέτουν διάφορα ζητήματα: την αδιαφορία που επέδειξαν πολλοί συμπολίτες για την τύχη των γειτόνων τους, αλλά και την έμπρακτη στήριξη που επέδειξαν άλλοι την ίδια χρονική στιγμή. Τον έρωτα που υπάρχει, είναι κυρίαρχος, ακόμη και σε συνθήκες υπέρτατης εξαθλίωσης, την ώρα που οι περισσότεροι διαρκώς καταδιώκονται, τη στιγμή που σχεδόν όλοι μάχονται, όταν η πλειονότητα εξοντώνεται, αλλά κυρίως όταν η μειονότητα επιβιώνει. Τη μετανάστευση, εξακολουθητική συνθήκη ζωής για τον εβραϊκό, αλλά και για πολλούς άλλους λαούς που δοκιμάζονται», τονίζει ο συγγραφέας.

Εβραίος, γιος του συγγραφέα Αλμπέρτου Ναρ, ο ίδιος διαθέτει μια κληρονομιά που συντίθεται από όλα αυτά. «Με τα σεφαραδίτικα, που άκουγα να μιλούν στο σπίτι παππούδες, γιαγιάδες και γονείς. Με το παράπονο, βέβαια, γιατί η δική μου γενιά καταλαβαίνει πλέον λίγες μοναχά ισπανοεβραϊκές λέξεις. Με την ανησυχία της συναισθηματικής αποστασιοποίησης, που ίσως στιγματίσει τις επόμενες γενιές. Αλλά και με την υπέρτατη ανάγκη διαχείρισης της μνήμης των πολλών ‘απόντων’. Και, κυρίως, με την άνιση -συχνά- μάχη απέναντι σε όσους αμφισβητούν τα αναμφισβήτητα», επισημαίνει.

«Πολλά σύγχρονα έργα θα αφήσουν το ίχνος τους στον «μεγάλο χρόνο».

Στο έργο αυτό ο Ναρ επιλέγει να καταπιαστεί με ένα μη υπαρκτό πρόσωπο, αν και βλέπει, όπως τονίζει, ότι η εποχή μας, άκρως ρεαλιστική, διψά για αληθινά γεγονότα. «Το κοινό, μ’ άλλα λόγια, αναγνωστικό, θεατρικό ή άλλο, θέλει συνήθως να γνωρίζει, και τέρπεται μάλιστα, από τις περιπέτειες αληθινών προσώπων. Η Ζάνα -η πρωταγωνίστρια του έργου- είναι επινοημένη από τη συγγραφική μου φαντασία, ωστόσο μπορείς να κάνεις πάντα συνειρμούς. Ως προς το χώρο δράσης, άλλα γεγονότα συνέβησαν και άλλα είναι υποθετικά. Κι αυτά όμως, τα υποθετικά, συνάγονται, ακόμα και συνειρμικά, από τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία είναι, συνήθως, άμεσα συσχετισμένα με τις συνειδησιακές διαδικασίες του προσώπου που ανακαλεί το όποιο γεγονός».

Θεωρεί τον εαυτό του «πολύ τυχερό», που την παραγωγή «τρέχει» το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σε συμπαραγωγή με το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. «Από την αρχή υπήρξε χημεία τόσο με τον Γιάννη Αναστασάκη και τη Μαρία Τσιμά, όσο και με τον Μιχάλη Σιώνα που σκηνοθετεί το έργο, έχοντας για βοηθό του την Λίλα Βλαχοπούλου. Κατάλαβαν από την αρχή τα πάντα, οπότε η παρουσία μου ήταν περιττή. Σκέψου ότι πήγα να δω μόνο δύο πρόβες, εντυπωσιάστηκα από το αποτέλεσμα, απόρησα κι εγώ με το πάθος τόσο της Σοφίας Καλεμκερίδου (που συν τοις άλλοις, τραγουδάει εκπληκτικά 10 τραγούδια επί σκηνής) όσο και του Γιάννη Χαρίση, που ενσαρκώνουν υποδειγματικά τους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Αλλά και οι μουσικοί αποδίδουν τα τραγούδια με μέτρο και απόλυτη αφοσίωση στις πρωτότυπες μελωδίες», επισημαίνει ο συγγραφέας.

Δεν συμμερίζεται την άποψη πως σήμερα παρατηρείται αξιοσημείωτη έλλειψη σύγχρονου ελληνικού θεατρικού κειμένου. «Υπάρχουν πάντα τα μεγάλα έργα οποιασδήποτε μορφής τέχνης που είναι αιώνια. Ωστόσο, πιστεύω, ότι και σημερινά, σύγχρονα έργα, περνούν τα μηνύματα και τις θέσεις τους στο θεατρόφιλο κοινό, το αγγίζουν, το συγκινούν, συχνά μάλιστα το συνεπαίρνουν. Νομίζω, ότι και πολλά σύγχρονα έργα θα αφήσουν το ίχνος τους στον ‘μεγάλο Χρόνο’».

Όσο για τη δική του επιλογή να γράψει θεατρικό; «Είπα να το δοκιμάσω κι αυτό: να συνδυάσω τις εικόνες, οι οποίες αφηγούνται από μόνες τους ξεχωριστά την ιστορία (μια και στην παράσταση προβάλλεται άφθονο οπτικό υλικό), τους ήχους, που αποτυπώνουν ποικίλες όψεις του σεφαραδίτικου πολιτισμού, αλλά και την πρόζα, στην οποία ‘βουτώ’ για πρώτη φορά. Εμένα, γενικά, μ’ αρέσει να πειραματίζομαι σε διαφορετικά είδη λόγου, θα το διαπιστώσει κανείς αν δει τη θεματολογία των βιβλίων μου. Δεν δέχομαι, ίσα ίσα θεωρώ πως είναι πολύ δεσμευτικό αυτό που υποστηρίζουν κάποιοι, ότι δηλαδή, αν ασχολείσαι με την έρευνα και με τα πιο ακαδημαϊκά θέματα, δεν νομιμοποιείσαι να καταπιάνεσαι με άλλα είδη γραφής».

Info
Η παράσταση θα παρουσιαστεί από 31 Μαρτίου έως 2 Απριλίου στις 9 μ.μ. στην Αίθουσα «Αιμίλιος Ριάδης», Κτίριο Μ2 του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης.

Τιμές εισιτηρίων: 15 ευρώ, 12 ευρώ, 10 ευρώ (εκπτωτικό), 7 ευρώ (ομαδικό).

Πηγή: Κυριακής Τσολάκη, 26.03.2017, ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ