Donations

Ο Ά. Παναγιωτίδης και η Κ. Τάκαλου μας μιλάνε για το έργο του Τ. Σλομποτζιάνεκ που θα ανέβει στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου

Ντόρα: Πολωνή-Εβραία. Στα 21 της βιάζεται, και στη συνέχεια με εκατοντάδες άλλους Εβραίους καίγεται μέσα σε ένα στάβλο, το πρόχειρα στημένο κρεματόριο ενός πολωνικού χωριού, από τρεις φίλους, παλιούς και αγαπημένους συμμαθητές.

Χένιεκ: Ιερέας που ανέρχεται στην ιεραρχία του καθολικισμού, παλιός συμμαθητής της Ντόρας. Μπρος στα μάτια του συντελούνται πράξεις ανείπωτης φρίκης και αχαλίνωτου παραλογισμού, που ωστόσο δεν τις εμποδίζει, κινούμενος από υποκρισία και αμοραλισμό.

«Η Τάξη μας», το θεατρικό έργο του πολωνού συγγραφέα Ταντέους Σλομποντζιάνεκ, βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν στην Πολωνία λίγες εβδομάδες μετά τη ναζιστική κατοχή, όπως αποκαλύφθηκαν, τεκμηριώθηκαν και δημοσιοποιήθηκαν σε μελέτες και ντοκιμαντέρ από το 2000 και μετά, ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων ως προς τα ζητήματα που εγείρουν σχετικά με τα εθνικά χαρακτηριστικά της Πολωνίας και τους χειρισμούς της εν μέσω Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Συγκεκριμένα, το καλοκαίρι του 1941, δυο εβδομάδες αφότου οι Γερμανοί είχαν καταλάβει την περιοχή, στο χωριό Γεντβάμπνε της Πολωνίας έλαβε χώρα ένα πογκρόμ, και αρκετές εκατοντάδες Εβραίων κάηκαν ζωντανοί μέσα σε μια αποθήκη που πυρπολήθηκε. Επρόκειτο για θηριωδία άνευ προηγουμένου αφού οι δράστες δεν ήταν Γερμανοί, αλλά οι Χριστιανοί συμπατριώτες τους Πολωνοί, οι συγχωριανοί τους, οι γείτονες, οι άνθρωποι με τους οποίους συμπορεύονταν και μοιράζονταν την καθημερινότητα σε μια μικρή κοινωνία. Οι Πολωνοί ανέκαθεν διατείνονταν πως υπήρξαν θύματα του Χίτλερ και του Στάλιν, και επουδενί συνεργοί ή αυτουργοί εγκλημάτων. Αυτές οι αποκαλύψεις, σαν σκελετοί στις ντουλάπες της χώρας, ήταν σοκαριστικές· προβλημάτισαν βαθιά ορισμένους Πολωνούς, προκάλεσαν όμως την έντονη αντίδραση σε πολλούς άλλους, οι οποίοι τις αρνήθηκαν και τις αρνούνται κατηγορηματικά.

Στο έργο του Σλομποντζιάνεκ παρακολουθούμε την ιστορία δέκα πολωνών συμμαθητών –5 Καθολικών και 5 Εβραίων– από την παιδική τους ηλικία μέχρι το θάνατο.

Όσα συνέβησαν σε αυτό το διάστημα, από το 1925 μέχρι και το θάνατο του τελευταίου, το 2003, περιγράφονται σε 14 μαθήματα (σκηνές). Το έργο ξεκινάει από τα τρυφερά τους χρόνια, τη σύντομη εποχή της αθωότητας και της ανεμελιάς. Είναι φίλοι, κάνουν μαζί όνειρα για τη ζωή, τραγουδούν και παίζουν. Μεγαλώνοντας η ζωή φέρνει για τον καθένα τις διαψεύσεις της, ενώ η ιστορική συγκυρία τούς φέρνει αντιμέτωπους με θρησκευτικές και εθνικές διαφορές, με την παράνοια αυτού του κόσμου και τον εφιάλτη που την ακολουθεί. Οι σχέσεις τους αρχίζουν να κλονίζονται με την έναρξη του Β΄Π.Π. και τη διπλή επίθεση που δέχεται η χώρα από τους Γερμανούς και τους Σοβιετικούς, για να κλιμακωθούν δυο χρόνια αργότερα, το 1941, όταν ολόκληρη η Πολωνία τελεί πια υπό ναζιστική κατοχή. Τα παιδικά όνειρα συντρίβονται μέσα στην αδιανόητη κόλαση που θα ακολουθήσει. Ο αντισημιτισμός που σιγόβραζε από χρόνια, πριν την έναρξη του πολέμου, εκδηλώνεται με τον πιο αποτρόπαιο τρόπο, καθώς γείτονες, φίλοι, συμμαθητές μετατρέπονται σε τέρατα και στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου. Πίσω από τις προφανείς θρησκευτικές, κοινωνικές ή εθνικές διαφορές, τα κίνητρα για την κτηνωδία συχνά είναι ποταπά: η αρπαγή, ο σφετερισμός των περιουσιών και η επικράτηση έναντι των Εβραίων. Σκιαγραφείται ένα ελεεινό πορτραίτο του ανθρώπινου είδους στο ναδίρ του.

Και καθώς την ιστορία την διατρέχουν τα 14 μαθήματα, καθένα από τα δέκα πρόσωπα που αφηγείται στα υπόλοιπα την ιστορία του, διατείνεται για τη μόνη αλήθεια, που δεν είναι παρά η δική του, όπως την είχε βιώσει τότε. Η αλήθεια είναι συχνά κομμένη και ραμμένη, πάντα υποκειμενική, θραυσματική· μια ρώσικη παροιμία το συνοψίζει πολύ εύστοχα: «Λέει ψέματα σαν αυτόπτης μάρτυρας». Τα 14 αυτά μαθήματα δεν τα εποπτεύει κανένας δάσκαλος. Δεν υπάρχει κάποιος «δικαστής» για να αποφανθεί, να αποδώσει δικαιοσύνη. Το έργο δεν το διέπει κανενός είδους διδακτισμός· ο συγγραφέας βάζει το δάχτυλο στην χαίνουσα πληγή για να προκαλέσει ερωτήματα – όπως λέει ο ίδιος – σχετικά με την ελευθερία και το πεπρωμένο του ανθρώπου: «Τι θα έκανα στη θέση του;» Ο Σλομποντζιάνεκ έχει δηλώσει πως έβαλε τα δυνατά του, ώστε τα ερωτήματα να είναι «όσο το δυνατόν πιο δύσκολα και πολύπλοκα».

Τα δραματικά πρόσωπα αναδύονται από το πουθενά επί σκηνής, σαν σκιές, σαν φαντάσματα, για να πούνε την ιστορία τους. Προσπαθούν να βάλουν τα πράγματα σε μια τάξη, όσο κι αν αυτό αποδεικνύεται αγώνας άγονος. Πασχίζουν να καταλάβουν όχι μόνο γιατί συνέβη αυτό το κακό, αλλά και τις συνέπειές του: την απώθηση της μνήμης που τους στοιχειώνει και τους τυλίγει όλους σαν ιστός αράχνης. Δράστες, θύματα και επιζήσαντες, κινούνται δραματικά μέσα σε μια λίμπο, σε μια κατάσταση ανάμεσα στη λήθη, την ακηδία και την αγωνία στον αιώνα τον άπαντα.
Άλκης Παναγιωτίδης (Χένιεκ)

«Είναι ένα θέμα σοβαρό που προσπάθησαν έως το 2000 να πνίξουν. Το γεγονός αποκαταστάθηκε εν μέρει σε πολιτικό επίπεδο: το 2000 ο τότε πρόεδρος της πολωνικής κυβέρνησης μαζί με τον δήμαρχο του χωριού αποκάλυψαν δημόσια την αλήθεια και παραδέχτηκαν πως οι συγκεκριμένες φρικαλεότητες έγιναν από τους Πολωνούς. Η εκκλησία όμως το αρνήθηκε και το αρνείται, δηλώνοντας πως οι πολιτικοί λένε ό,τι θέλουν και ότι η ευθύνη βαρύνει αποκλειστικά τους Γερμανούς.

Ο συντηρητισμός και η μισαλλοδοξία στο έργο υφέρπει από την εποχή που είναι μικρά παιδιά. Εγώ σηκώνομαι στην τάξη, σε ηλικία 15 ετών, κάνω την προσευχή, και λέω οι Εβραίοι να πάρουν δρόμο. Άρα ο αντισημιτισμός υπάρχει πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, ελλοχεύει στα σπίτια και τις οικογένειες των καθολικών. Με την έλευση των Σοβιετικών και τη συνεργασία των Εβραίων μαζί τους γίνεται το πρώτο μπραφ. Έρχονται στη συνέχεια οι Γερμανοί και το όλο θέμα βγαίνει εκτός ελέγχου. Το έργο αυτό με έχει συγκλονίσει.

Στο πρόσωπο του Χένιεκ συνοψίζεται η στάση της Καθολικής Εκκλησίας. Με το που φόρεσα το ράσο του ιερέα μπήκα, ως διά μαγείας, κατευθείαν στο ρόλο. Ο ιερέας που φτάνει να γίνει πρωτοπρεσβύτερος είναι περίεργη προσωπικότητα, σκοτεινή, δόλια. Υφίσταται φρικτά μαρτύρια όταν τον ανακρίνουν οι Σοβιετικοί και αργότερα οι Εβραίοι, αλλά είναι βράχος, δεν μαρτυράει τίποτε εκεί που οι άλλοι σπάνε. Κάποια στιγμή, σε μεγάλη ηλικία αρρωσταίνει, παθαίνει καρκίνο. Ο χαρακτήρας του φαίνεται και από την σκληρή του απόφαση να μην πάρει αναλγητικά. Όταν όμως οι πόνοι γίνονται ανυπόφοροι, αναγκάζεται να πάρει τα φάρμακα, τα οποία ωστόσο του δημιουργούν παρενέργειες και τον διαταράσσουν. Εκεί πια μένει αποδυναμωμένος, δεν έχει άλλες αντιστάσεις· μαζί με τους πόνους έχουν έρθει και οι τύψεις: “έρχονται γύρω μου”, λέει, “με βλέπουνε, η Ντόρα, ο μικρός Ιγκόρ ο γιος της… Δεν μπορώ να απαλλαγώ, δεν υπάρχει πια φυγή, δεν υπάρχει Θεός.” Με αυτά τα λόγια κλείνει ο ρόλος μου».

Κωνσταντίνα Τάκαλου (Ντόρα)

«Το γεγονός ότι το έργο βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, με έχει βάλει σε άλλη διαδικασία υποκριτικής· με έχει επηρεάσει πολύ. Η Ντόρα είναι ένα ευαίσθητο, χαρούμενο κορίτσι, γεμάτη ζωή και αγάπη, που θέλει να γίνει σταρ του σινεμά. Το ότι είναι Εβραία στην αρχή, όταν οι συμμαθητές είναι 6 ετών, φαντάζει ως μια κανονικότητα. Αργότερα, βέβαια, που αλλάζουν οι κοινωνικοί και πολιτικοί συσχετισμοί, αυτό αλλάζει. Την βιάζουν τρεις παλιοί συμμαθητές της, ένας εκ των οποίων είναι ο μεγάλος της έρωτας. Εν συνεχεία την καίνε. Είναι το μόνο πρόσωπο/θύμα που καίγεται, και φέρνει στο έργο την ιστορία του πρόχειρου κρεματορίου που είχε στηθεί εκεί. Πεθαίνει πολύ νέα, και όταν επιστρέφει για να πει την ιστορία της, η δική της αλήθεια είναι σοκαριστική. Περιγράφει μεν τον βιασμό της, τα ουρλιαχτά και την αντίστασή της, αλλά αποκαλύπτει πως της άρεσε που βρέθηκε με τον μεγάλο της έρωτα τον Ισίεκ, έστω και κάτω από αυτές τις συνθήκες. Είχε παντρευτεί παρά τη θέλησή της με τον επίσης Εβραίο Μενάχεμ, είχε αποκτήσει ένα παιδί, ήταν μόνη μέσα σε έναν κακό γάμο, σε μια άγρια εποχή πολέμου. Είναι σκληρό, πολύ σκληρό, αλλά ανθρώπινο. Ο άνθρωπος παθιάζεται και τρελαίνεται από μια πλύση εγκεφάλου, από τεράστια φτώχεια ή ανοχή, από τα διάφορα συστήματα. Μπορεί να σκοτώσει, να οδηγηθεί σε μια αβυσσαλέα κατάσταση. Αυτό δείχνει το έργο: το πώς μπορεί να χάσει κανείς κάθε ανθρώπινη ιδιότητα παρασυρόμενος, αδυνατώντας να αντισταθεί στο μαζικό ποτάμι. Με αφορμή την παράσταση που ανεβάζουμε, ένας κόσμος κινείται γύρω από τους ανθρώπους που έζησαν αυτά τα γεγονότα, που όπως τόσοι και τόσοι άλλοι έμειναν άκλαφτοι. Ήρθαν έτσι τα πράγματα και τους κάνουμε τώρα ένα μικρό μνημόσυνο».

«Η τάξη μας» γράφτηκε το 2009, ενώ ο Ταντέους Σλομποντζιάνεκ απέσπασε στην Πολωνία το κορυφαίο λογοτεχνικό βραβείο “Nike” (2010), που για πρώτη φορά απονεμήθηκε για θεατρικό έργο. Κατατάχθηκε, επίσης, ανάμεσα στα καλύτερα σύγχρονα ευρωπαϊκά έργα που γράφτηκαν κατά το 2009-10 από το European Theatre Convention. Η παγκόσμια πρώτη έγινε στο Λονδίνο το 2009, για να ακολουθήσουν πολυάριθμες παραγωγές του σε Ευρώπη και Αμερική, στον Καναδά, στο Ισραήλ, φτάνοντας μέχρι και στο Τόκιο.

Το έργο, σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά και μετάφραση Έρις Κύργια, κάνει πρεμιέρα στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου στις 27 Απριλίου. Oι παραστάσεις θα διαρκέσουν ως τα τέλη Μαΐου. Μαζί με τους Άλκη Παναγιωτίδη και Κωνσταντίνα Τάκαλου παίζουν: Κώστας Γαλανάκης, Ράνια Οικονομίδου, Θέμης Πάνου, Γιάννης Νταλιάνης, Γιώργος Πυρπασόπουλος, Καίτη Κωνσταντίνου, Αλέξανδρος Μαυρόπουλος, Βασίλης Μαγουλιώτης.

Συντελεστές

Σκηνικά-Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου. Μουσική: Δημήτρης Μαραμής. Μουσικός επί σκηνής: Γιώργος Σχοινάς Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης. Κίνηση: Ζωή Χατζηαντωνίου. Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου. Βοηθός σκηνοθέτη: Μάκης Μεζόπουλος. Φωτογράφος παράστασης: Πάτροκλος Σκαφίδας

Πηγή: Ευγενία Μίγδου, 19.04.2017, ATHENS VOICE