Donations

Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει στα βιβλιοπωλεία από την Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017, από τις εκδόσεις Ποταμός. Ο πρόλογος είναι της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου.

Η Ραχήλ Χαΐμ Χασίδ Καλαντζοπούλου (1929-2017) γεννήθηκε στην Καβάλα. Με την εισβολή του γερμανικού στρατού το 1941 μετακομίζει με τους γονείς της στη Θεσσαλονίκη, ενώ με τους φυλετικούς νόμους και με την απειλή της εξορίας, το 1943 καταφεύγει στην Αθήνα. Ο πρόξενος της Ισπανίας Σεμπαστιάν ντε Ρομέρο Ραντιγκάλες την εγγράφει στον πίνακα των Ισπανών Εβραίων της Αθήνας. Στις 25 Μαρτίου 1944 συλλαμβάνεται και φυλακίζεται στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Αρχές Απριλίου μεταφέρεται στο στρατόπεδο Μπέργκεν-Μπέλζεν στη Γερμανία, όπου παρέμεινε φυλακισμένη έναν χρόνο ως την ημέρα που ο αμερικανικός στρατός τη βρίσκει ράκος από την πείνα μέσα σε ένα βαγόνι τρένου κοντά στο Μαγδεβούργο. Επιστρέφει στην Ελλάδα το 1945. Το 1948 εώς το 1954 φοιτά αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ και το 1954 αποκτά το δίπλωμα αρχιτέκτονα-μηχανικού. Εργάζεται σε τεχνικά γραφεία (Ammann Whitney, Frank Basil, Παν/μιο Αθηνών, Doxiadis Associates) και στο Υπουργείο Χωροταξίας. Το 1957 παντρεύεται τον αρχιτέκτονα-ζωγράφο Παύλο Καλαντζόπουλο με τον οποίο αποκτά δύο παιδιά. Ολοκληρώνει τις μεταπτυχιακές της σπουδές περί τη χωροταξία και τα προβλήματα στα μεταπολεμικά αστικά κέντρα στο London University, το 1974.

«Εκείνο τον καιρό, έβλεπα συχνά ένα όνειρο. Ήταν αγαπημένοι φίλοι των παιδικών μου χρόνων και συγγενείς, όλοι τους δολοφονημένοι, που σαν σκιές μπαίναν στο δωμάτιο και με ρωτούσαν γιατί τους πήραν τη ζωή. Κι αυτοί, ήταν ακόμη ολοζώντανοι στη μνήμη μου. Κι έμοιαζε κανένας να μην τους θυμάται, σαν να μην είχαν γεννηθεί αυτοί οι άνθρωποι! Ήθελα να αφηγηθώ τον τραγικό θάνατο των συγγενών μου, της Ρινέτ, δεκατεσσάρων χρονών, και του αδερφού της, Μωρίς Ερρέρα, είκοσι, της Λορέτ, δεκαεπτά, και του αδερφού της, Τόρρυ Κουένκα, είκοσι τριών, και των γονιών τους, της Αιμέ και του Μανουέλ Ερρέρα και της χήρας Σάρας Κουένκα. Θα ’θελα να ’ξερα πώς θα ένιωθε μια Γερμανίδα αν, ξαφνικά και χωρίς λόγο, σκότωναν τον σύζυγό της, τα παιδιά της, τους γονείς της και τ’ αδέρφια της, αν έβλεπε τον θάνατο να έχει πάρει σβάρνα εκατοντάδες χιλιάδες κόσμο κι ανάμεσά τους και τους δικούς της. Τα χρόνια του πολέμου στη Γερμανία, αλλά και μέχρι σήμερα, δεν ακούστηκε ούτε μία γυναικεία φωνή να βροντοφωνάζει τον αποτροπιασμό της για τον στρατό που σκότωσε 1.500.000 παιδιά. Αλίμονο! Η διεξαγωγή αυτού του πολέμου δεν έγινε με μολότοφ ούτε με καλάζνικοφ. Ό,τι πιο θανατερό υπήρξε ποτέ στους πολέμους έλαβε χώρα τότε. Αν λοιπόν κάποιες στιγμές παρασύρομαι και γίνομαι πολεμική, μη δυσανασχετείτε, είναι γιατί απέναντι στους θαλάμους αερίων και στην καταστροφή έπρεπε να σταθώ, έστω με τα λόγια εννοείται, εκεί όπου εκείνοι κάναν έργα.»

Πηγή: 12.12.2017, SHADES MAGAZINE