Donations

Η Ουάσιγκτον αναγνωρίζει τη στρατηγική αξία και αξιοπιστία της Ελλάδας ως συμμάχου, η οποία γίνεται ακόμη πιο σημαντική καθώς αυξάνονται οι αμφιβολίες για τη στάση της Τουρκίας, τονίζει σε συνέντευξή του στην «Κ» ο επικεφαλής της Αμερικανοεβραϊκής Επιτροπής (AJC) Ντέιβιντ Χάρις, ο οποίος την περασμένη εβδομάδα τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για την πολυετή προσφορά του στη σύσφιγξη των σχέσεων της Ελλάδας με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ.

Για την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο κ. Χάρις σημειώνει ότι στην εξωτερική πολιτική θα εστιάσει στις σχέσεις με τις ΗΠΑ και την Ε.Ε. όπως και με τις χώρες της Ανατ. Μεσογείου και κυρίως την Κύπρο και το Ισραήλ, ενώ στην οικονομία θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να προσελκύσει ξένες επενδύσεις. Οσο για τη συνεργασία που είχε τα προηγούμενα χρόνια με την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, τονίζει ότι ήταν «καλύτερη από ό,τι περιμέναμε», καθώς, όπως σημειώνει, δεν ήταν όμηρος της ιδεολογίας αλλά ακολούθησε πραγματιστική εξωτερική πολιτική.

Τέλος, ο επικεφαλής της AJC εκφράζει την ικανοποίησή του για την υποχώρηση των ποσοστών της Χρυσής Αυγής, χαρακτηρίζοντας την εξέλιξη καλό νέο για όλους όσοι απορρίπτουν τον εξτρεμισμό, την ξενοφοβία, το νεοναζισμό και τον αντισημιτισμό. Σημειώνει, δε, ότι η Ελλάδα, που αντιστάθηκε με γενναιότητα στον Χίτλερ και επλήγη βαθιά από τη ναζιστική εισβολή και κατοχή, είναι η τελευταία χώρα που θα έπρεπε να έχει ένα φιλοναζιστικό κόμμα στο Κοινοβούλιό της.

– Πώς αξιολογείτε την παρούσα σχέση ΗΠΑ – Ελλάδας;
– Με μια λέξη, εξαιρετική. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι η ζεστή και φιλική τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ του αντιπροέδρου Μάικ Πενς και του νέου πρωθυπουργού της Ελλάδας, την οποία ακολούθησε και τηλεφώνημα από τον πρόεδρο Τραμπ. Στην Ουάσιγκτον υπάρχει σήμερα μια ευρεία αναγνώριση της στρατηγικής αξίας και αξιοπιστίας της Ελλάδας ως συμμάχου, η οποία γίνεται ακόμη πιο σημαντική καθώς αυξάνονται οι αμφιβολίες για την αξιοπιστία της Τουρκίας.

– Ποιες είναι οι προσδοκίες σας από τη νέα ελληνική κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη;
– Eχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι η κυβέρνηση θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να προσελκύσει περισσότερες ξένες επενδύσεις, να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και να προσφέρει στους νέους ένα λαμπρότερο μέλλον. Στην εξωτερική πολιτική, χωρίς αμφιβολία θα δοθεί τεράστια σημασία στις σχέσεις με τις ΗΠΑ, την Ευρωπαϊκή Eνωση και τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, κυρίως την Κύπρο και το Ισραήλ.

– Πώς αποτιμάτε τη συνεργασία που είχατε με την προηγούμενη κυβέρνηση, του Αλέξη Τσίπρα;
– Θέλω να είμαι ειλικρινής. Η συνεργασία ήταν καλύτερη από ό,τι περιμέναμε. Oταν ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την εξουσία, υπήρχαν ανησυχίες για πολλά, συμπεριλαμβανομένης και της πιθανής κατεύθυνσης που θα ακολουθούσε η ελληνική εξωτερική πολιτική. Oμως, αντί να είναι όμηροι της ιδεολογίας, οι αξιωματούχοι της προηγούμενης κυβέρνησης ακολούθησαν σε γενικές γραμμές μια πραγματιστική πορεία που εξυπηρετούσε καλύτερα τα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα της Ελλάδας. Και είχαμε την τύχη να έχουμε τακτικές επαφές με ανώτατα στελέχη της κυβέρνησης του κ. Τσίπρα, ακόμη και μέχρι την τελευταία ημέρα, όταν συναντηθήκαμε και πάλι με τον υπουργό Aμυνας Ευάγγελο Αποστολάκη.

– Πώς εξελίσσεται η τριμερής συνεργασία μεταξύ Ελλάδας, Ισραήλ και Κύπρου;
– Αυτή είναι μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις στην περιοχή, καθώς οι σχέσεις γίνονται όλο και πιο βαθιές, ευρύτερες και περισσότερο θεσμοθετημένες, με δυνατότητες ακόμη μεγαλύτερης συνεργασίας. Ολα αυτά τροφοδοτούνται από τη σύγκλιση συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένης, προφανώς, της ασφάλειας και της ενέργειας και των κοινών δημοκρατικών αξιών. Επιπλέον, η Ουάσιγκτον δίνει μεγαλύτερη προσοχή σε αυτό το στρατηγικό τρίγωνο και συμμετέχει περισσότερο. Η εμπλοκή αυτή θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο εάν εγκριθεί η τρέχουσα νομοθεσία του Κογκρέσου, γνωστή ως ο νόμος East Med. Η Αμερικανοεβραϊκή Επιτροπή και οι Ελληνοαμερικανοί εταίροι μας δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα σε αυτό το θέμα.

– Πώς βλέπετε τις πρόσφατες ενέργειες της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ;
– Εχουμε από καιρό προειδοποιήσει για τις επιθετικές ενέργειες του Τούρκου προέδρου Ερντογάν στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένων των επανειλημμένων παραβιάσεων του ελληνικού εναέριου χώρου και της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης της Κύπρου, για να μην αναφέρουμε την υποστήριξή του στη Μουσουλμανική Αδελφότητα και τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πρόκειται για πολύ ατυχείς εξελίξεις που απέχουν πολύ από τον εποικοδομητικό ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η Τουρκία σε αυτό το ζωτικής σημασίας μέρος του κόσμου.

– Ποια είναι η διάθεση στην Ουάσιγκτον –τόσο στον Λευκό Οίκο όσο και στο Κογκρέσο– έναντι των πολιτικών της Αγκυρας, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς των S-400; Θα υπάρξουν κυρώσεις;
– Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα έναντι της Τουρκίας στην Ουάσιγκτον έχει επιδεινωθεί αισθητά. Ολοι αντιλαμβάνονται τη σημασία της Τουρκίας στον γεωπολιτικό χάρτη και ως μέλους του ΝΑΤΟ. Αλλά το «φλερτ» με τη Ρωσία και η σχεδιαζόμενη αγορά των S-400, τη ίδια στιγμή που προσδοκούν να αγοράσουν τα αμερικανικά μαχητικά F-35, έχουν καταστήσει ξεκάθαρες σε πολλούς στην αμερικανική κυβέρνηση και στο Κογκρέσο τις προκλήσεις που εμφανίζονται. Οι επόμενες εβδομάδες θα μπορούσαν να είναι αποφασιστικής σημασίας για το πώς θα εξελιχθεί όλο αυτό το σκηνικό.

– Πώς είδατε την εκλογική υποχώρηση της Χρυσής Αυγής στις πρόσφατες εκλογές που είχε ως αποτέλεσμα το κόμμα αυτό να μείνει εκτός Βουλής;
– Κάθε μείωση στην απήχηση της Χρυσής Αυγής, μέχρι του σημείου να μην μπορεί να περάσει το όριο του 3% για την είσοδο στο Κοινοβούλιο, είναι καλή είδηση για όλους εκείνους που απορρίπτουν τα συνθήματα και τις πολιτικές του εξτρεμισμού, της ξενοφοβίας, του νεοναζισμού και του αντισημιτισμού. Η τελευταία χώρα που θα έπρεπε να έχει ένα φιλοναζιστικό πολιτικό κόμμα στο Κοινοβούλιό της είναι η Ελλάδα, η οποία, παρά τη γενναία αντίσταση που προέβαλε, επλήγη τόσο βαθιά κατά τη διάρκεια της ναζιστικής επίθεσης και κατοχής.

Η προσφορά Αθήνας – Ιερουσαλήμ

Την καθοριστική συμβολή του Ντέιβιντ Χάρις στη σύσφιγξη των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και ΗΠΑ εξήρε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος, απονέμοντας στον επικεφαλής της AJC το Παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικα. Υπογράμμισε δε τη συμβολή του στην προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου σε ολόκληρο τον κόσμο. Από την πλευρά του, ο κ. Χάρις επεσήμανε ότι δεν υπάρχουν πόλεις που να έχουν προσφέρει στην ανθρωπότητα περισσότερα απ’ ό,τι η Αθήνα και η Ιερουσαλήμ. Τόνισε ότι επί σαράντα χρόνια έχει προσπαθήσει να έρθουν κοντά οι τρεις δημοκρατίες της Ανατολικής Μεσογείου, η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ, οι οποίες «κατά τρόπο αφύσικο, ήταν μακριά η μία από την άλλη», και υπογράμμισε την ανάγκη «να παλέψουμε ώστε η Ελλάδα να έχει τη θέση που της ανήκει».

Πηγή: Αθανάσιος Έλλις, 19.07, Καθημερινή