Donations

Μια από τις πιο σκοτεινές και αποτρόπαιες στιγμές της πρόσφατης ιστορίας.

Δεν υπάρχει ίσως τόπος που να έχει ταυτιστεί περισσότερο στο σύγχρονο συλλογικό φαντασιακό με την έννοια της επίγειας κόλασης και του ανθρώπινου μαρτυρίου όσο το γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης και μαζικής εξόντωσης στο Άουσβιτς. Αν η είσοδος της κόλασης στην Θεία Κωμωδία του Δάντη προκαλεί ακόμα ρίγη δέους με το περίφημο «την πάσα ελπίδα αφήστε όσοι περνάτε» πικάροντας την φαντασία σχετικά με το επέκεινα, το αβάσταχτα ειρωνικό -και απέραντα τραγικό- Arbeit Macht Frei στην είσοδο του στρατοπέδου σε μεταφέρει απότομα πίσω στα καθ’ημάς, και συγκεκριμένα σε μια από τις πιο σκοτεινές και αποτρόπαιες στιγμές της πρόσφατης ιστορίας.

 

Είναι γνωστός ο προβληματισμός του Theodor Adorno σχετικά με την «βαρβαρότητα» του να γράφει κανείς ποίηση μετά το Άουσβιτς (αν και συνήθως παρατίθεται χωρίς τα ανάλογα συμφραζόμενα, ενώ ο Γερμανός κοινωνιολόγος και θεωρητικός αναθεώρησε κάπως σε μεταγενέστερα γραπτά του). Θα μπορούσε όμως να υποστηρίξει κανείς πως ακριβώς μετά την ακραία εμπειρία και τον παραλογισμό του Άουσβιτς, αν κάτι μπορεί πραγματικά να ειπωθεί με νόημα τότε ίσως να γίνεται πιο αποτελεσματικά κάτι τέτοιο μέσω της ποίησης και, πιο γενικά, μέσω του έντεχνου και δημιουργικού λόγου. Η ανεπάρκεια άλλωστε των ψυχρών αριθμών και η αδυναμία των όποιων στατιστικών στοιχείων και καταγραφών να αποδώσουν πειστικά το μέγεθος και την ένταση μιας τραγωδίας που κόστισε ένα περίπου εκατομμύριο ανθρώπινες ζωές είναι έκδηλες (όπως είχα γράψει σε προηγούμενο άρθρο σχετικά με το εξαιρετικό Maus του Art Spiegelman, «η ένταση μιας και μόνο σελίδας μπορεί να είναι τόσο μεγάλη που να επιδρά τελικά στην συνείδηση του αναγνώστη περισσότερο από τόμους ολόκληρους ιστορικών αναλύσεων»).

Για τον λόγο αυτό, τα πιο συγκλονιστικά ίσως εκθέματα στον σημερινό χώρο του στρατοπέδου είναι τα απλά, καθημερινά αντικείμενα των θυμάτων που έχουν αποκτήσει πλέον ειδικό συναισθηματικό βάρος και ιστορική αξία: ατελείωτοι σωροί από παπούτσια, κατσαρολικά σκεύη και σκελετούς από κατεστραμμένα γυαλιά, καθώς και τόνοι γυναικείου μαλλιού που οι ναζί χρησιμοποιούσαν για την παραγωγή υφασμάτων.

Προς το τέλος της επίσκεψης, το φρεσκοβρεγμένο χώμα αναδύει μια ακαταμάχητη ευωδία μετά το πέρας μιας σύντομης καλοκαιρινής βροχής. Το μυαλό μου πάει σε όλους όσους δεν κατάφεραν να βγουν ζωντανοί -και ήταν η συντριπτική πλειοψηφία- για να χαρούν αυτήν την τόσο απλή και θεμελιώδη απόλαυση, την κατάφαση της ζωής που προσφέρει λίγος ήλιος και ένα κομμάτι καθαρού ουρανού – το ίδιο εκείνο στο οποίο αναφέρεται ο Ιταλός συγγραφέας και επιζήσας του Άουσβιτς Primo Levi στο συγκλονιστικό έργο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος: «Θα πεθάνουμε όλοι, είμαστε ετοιμοθάνατοι· εάν μου μένουν δέκα λεπτά (…) θέλω να τα αφιερώσω σε κάτι άλλο (…), να κοιτάξω τον ουρανό με την σκέψη ότι ίσως τον βλέπω για τελευταία φορά».

Για τον άθεο, η εμπειρία του Άουσβιτς είναι το πιο τρανταχτό επιχείρημα για την ανυπαρξία ενός αγαθού Θεού, αν όχι υπέρ της μη ύπαρξης ενός Θεού εν γένει. Ταυτόχρονα, όμως, η ίδια εμπειρία αποτέλεσε για πολλούς πιστούς και έγκλειστους των στρατοπέδων συγκέντρωσης την μεγαλύτερη δοκιμασία της πίστης τους, η οποία ήταν και το τελευταίο τους στήριγμα σε μια φρικιαστική και βασανιστική πορεία προς έναν πλήρως ατιμωτικό θάνατο χωρίς ίχνος αξιοπρέπειας. Ο Levi αποδίδει με γλαφυρότητα αυτή την αντίφαση: «Βλέπω και ακούω τον γερό Κούν να προσεύχεται δυνατά (…). Ο Κούν ευχαριστεί τον Θεό γιατί γλύτωσε από την επιλογή. Ο Κούν είναι παράλογος (…). Δεν ξέρει ότι την επόμενη φορά θα είναι η σειρά του; (…) Εάν ήμουν Θεός, θα έφτυνα στη γη την προσευχή του Κούν».

 

Αν το κεφάλαιο Άουσβιτς πρέπει μας απασχολεί ακόμα είναι γιατί δείχνει πώς η χειρότερη, η πιο σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης, παρόλο που κατά διαστήματα φαίνεται να βρίσκεται σε κατάσταση χειμερίας νάρκης, μπορεί να εκδηλωθεί ανά πάσα στιγμή αν τα αντανακλαστικά και ο βαθμός ευαισθησίας της κοινωνίας ελαττωθούν τόσο ώστε να μην ανταποκρίνονται πια στις απαιτήσεις ακόμα και του πιο βασικού ανθρωπισμού.

«Αυτοί που δεν θυμούνται το παρελθόν είναι καταδικασμένοι να το επαναλάβουν» είχε πει ο φιλόσοφος George Santayana, και είναι γεγονός πως η σημερινή συγκυρία δείχνει να αγνοεί απελπιστικά τα μαθήματα από το Άουσβιτς και το ολοκαύτωμα – μια σύντομη αναδρομή στις πρόσφατες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις (άνοδος ακροδεξιών και νεοναζιστικών μορφωμάτων, έξαρση ρατσιστικών και ξενοφοβικών συμπεριφορών, ρητορική μίσους σε διεθνές επίπεδο, κτλ.) αρκεί για να φανεί πόσο ανησυχητική είναι η τωρινή κατάσταση σε παγκόσμια κλίμακα. Ενδεικτικοί είναι άλλωστε οι συνεχιζόμενοι ισχυρισμοί από αρνητές του ολοκαυτώματος 70 και πλέον έτη μετά το Άουσβιτς, όσο και -από την άλλη πλευρά- οι κατά καιρούς χειρισμοί του ίδιου του ισραηλινού κράτους και η σκληρή επεκτατική πολιτική του.

Είναι, συνεπώς, εξαιρετικά δύσκολο να παραμένει κανείς αισιόδοξος ως προς την ανθρώπινη φύση ή την εξελικτική πορεία του πολιτισμού βλέποντας πόσο εύκολα μπορεί να ξανακυλήσει η ανθρωπότητα προς την άβυσσο. Το αν το Άουσβιτς διατηρεί ακόμα κάποια αξία πέραν του καθαρά ιστορικού ενδιαφέροντος για όλα όσα συνεχίζει να συμβολίζει, αυτό εξαρτάται τελικά από όλους εμάς και το κατά πόσο η παιδεία, η κριτική σκέψη, και η ιστορική μνήμη μπορούν και επηρεάζουν την στάση και τις επιλογές μας σχετικά με τα όλα όσα λαμβάνουν χώρα σήμερα, διαμορφώνοντας παράλληλα τις συνθήκες για ένα καλύτερο -ή σκοτεινότερο- αύριο.

 

Πηγή: Μίμης Χρυσομάλλης, 04.09.2017, ATHENS VOICE