Donations

«Ακούμε συχνά για τον Μένγκελε και όχι για τον Κλάουμπεργκ. Πολλοί που επέζησαν από το Αουσβιτς έβαζαν τις σκέψεις τους σε συρτάρια. Το ένα συρτάρι μπορεί να ήταν γεμάτο με τον Γιόζεφ Μένγκελε και όταν μιλάει κανείς για αυτόν ξεχνάει όλα τα άλλα πράγματα που είχαν σημασία. Υπάρχει μια τάση δαιμονοποίησης αυτών των ανθρώπων και για πολλά χρόνια τα θύματά τους ήταν δύσκολο να μιλήσουν για αυτούς, για ανθρώπους σαν τον Κλάουμπεργκ, υπήρχε το θέμα της ντροπής», μας λέει ο δημοσιογράφος και ερευνητής Χανς Γιόαχιμ Λανγκ, συγγραφέας του βιβλίου «Οι γυναίκες του Μπλοκ 10» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις University Studio Press, σε μετάφραση Νίκης Eideneier-Αναστασιάδη.

Την πρώτη φορά που συνάντησα τον συγγραφέα ήταν το 2014 στο Ινστιτούτο Γκαίτε της Θεσσαλονίκης, πολύ προτού το βιβλίο του κυκλοφορήσει στα ελληνικά, σε μία από τις διαλέξεις του για τα φρικιαστικά πειράματα στείρωσης που έκαναν ναζί γιατροί, με επικεφαλής τον γιατρό Καρλ Κλάουμπεργκ, σε γυναίκες κρατούμενες του Αουσβιτς. Από το πέτρινο κτίριο του Μπλοκ 10 πέρασαν περίπου 800 γυναίκες από τον Απρίλιο του ’43 μέχρι τον Ιούνιο του ’44 και υποβλήθηκαν σε πειράματα στειρώσεων με τοξικές ουσίες, ακτίνες Χ, υπέστησαν αμέτρητες εγχειρήσεις, εξευτελισμούς, χωρίς να έχουν την παραμικρή ιδέα για το τι συμβαίνει πάνω στο σώμα τους. Οι πρώτες που κάθισαν στις ιατρικές πολυθρόνες του Μπλοκ 10 ήταν Εβραίες γυναίκες της Θεσσαλονίκης.

«Στην αρχή είχαν την αίσθηση ότι ήταν καλύτερα εκεί γιατί είχαν μια στέγη και δεν ήταν αναγκασμένες να δουλέψουν. Αλλά δεν ήξεραν ότι έπρεπε να δουλέψουν με το σώμα τους, να δώσουν το σώμα τους για δουλειά. Για τις Ελληνίδες ήταν πολύ δύσκολο να καταλάβουν τι συμβαίνει λόγω της γλώσσας. Κάποιες με ανώτερη μόρφωση μιλούσαν π.χ. γαλλικά και καταλάβαιναν κάπως τι γίνεται. Οι περισσότερες όμως ήταν φτωχά κορίτσια από τη Θεσσαλονίκη. Ηταν αγχωμένες, φοβισμένες και στην αρχή νόμιζαν ότι ίσως τους έκαναν τεχνητή γονιμοποίηση επειδή ο Κλάουμπεργκ έκανε πειράματα με όργανα που εισχωρούσαν στον κόλπο», μας λέει ο συγγραφέας.

Στο βιβλίο του ο Χανς Γιόαχιμ Λανγκ συγκέντρωσε μαρτυρίες γυναικών που επιβίωσαν, έψαξε σε αρχεία, ήρθε σε επαφή με συγγενείς και απογόνους, διάβασε ημερολόγια, σε μια προσπάθεια να ταυτοποιήσει τα θύματα του Μπλοκ 10. Δεν ήταν εύκολη δουλειά καθώς συνάντησε τόσο τη σιωπή όσο και την αδιαφορία. Οταν ξεκινούσε την έρευνά του πριν από 20 χρόνια οι Αρχές της Θεσσαλονίκης δεν είχαν ανταποκριθεί στις επιστολές του για βοήθεια. Κατάφερε όμως και συνέθεσε ένα κομμάτι του μεγάλου παζλ του Ολοκαυτώματος και του Αουσβιτς. Μπροστά στη μεγάλη εικόνα, οι μικρές ψηφίδες, μας λέει, ξεχνιούνται. «Οι πιο πολλοί ιστορικοί ενδιαφέρονται για τη μεγαλύτερη εικόνα. Εγώ είμαι επιστήμονας αλλά και δημοσιογράφος και με ενδιαφέρουν τα πρόσωπα. Η ιστορία πρέπει να έχει το δικό της πρόσωπο. Αν ξέρεις τι έγινε στα πρόσωπα νομίζω ενδιαφέρεσαι περισσότερο, θέλεις να μάθεις γιατί έγινε αυτό σε νέες γυναίκες, έρχεσαι πιο κοντά στην Ιστορία».
Ενα από τα ζητήματα που θίγει το βιβλίο είναι και αυτό της ιατρικής ηθικής, και είναι πραγματικά περίεργο πώς επιστήμονες και γιατροί έγιναν με τόση ευκολία βασανιστές ανθρώπων που είχαν «ορκιστεί» να προστατεύουν. Είναι περίεργο, συμφωνεί ο κ. Λανγκ, ειδικά για τον Κλάουμπεργκ που πριν από τον πόλεμο ήταν ένας διάσημος γιατρός με καλή φήμη.

Ο δημοσιογράφος και ερευνητής Χανς Γιόαχιμ Λανγκ, συγγραφέας του βιβλίου «Οι γυναίκες του Μπλοκ 10». ΜΑREK WISNIEWSKI

Η μεταστροφή

«Μέχρι το ’35 δεν υπάρχει καμία ιδεολογική σχέση με τους ναζί. Μέχρι τότε ο Κλάουμπεργκ είναι αφιερωμένος στην καθαρή επιστήμη. Μετά όμως σκέφτηκε, τι μπορώ να κάνω για να πάρω μια έδρα καθηγητή στο πανεπιστήμιο και αποφάσισε να συνεργαστεί στενά με τους ναζί και τον Χίμλερ. Σε άλλες συνθήκες θα ήταν ένας σύγχρονος γιατρός, γιατί είχε καλές ιδέες για τρόπους αντισύλληψης. Η ιατρική ηθική αλλάζει από την αρχή του πολέμου. Γίνεται πιο βάναυση. Θεωρούσαν τους ανθρώπους στα στρατόπεδα ήδη νεκρούς. Η ιδεολογία νομίζω επιβλήθηκε πάνω στην ιατρική ηθική. Στη δίκη του ο Κλάουμπεργκ έλεγε ότι έσωσε αυτές τις γυναίκες από τους θαλάμους αερίων».

Τα βάσανα των γυναικών του Μπλοκ 10, μας λέει, δεν τελείωσαν στο πέτρινο κτίριο αλλά συνεχίστηκαν και στην υπόλοιπη ζωή τους. Οσες επιβίωσαν από τις μετέπειτα πορείες θανάτου δεν κατάφεραν να κάνουν παιδιά και οικογένεια. Γυρνώντας στις πατρίδες τους πολλές από τις γυναίκες του Αουσβιτς δεν βρήκαν τις οικογένειες που άφησαν πίσω ή τα σπίτια τους, όπως έγινε και στη Θεσσαλονίκη, και αναγκάστηκαν να φύγουν σε άλλες χώρες.

Το αίσθημα της ντροπής δεν τους επέτρεψε να μιλήσουν ανοιχτά για τα φρικώδη βασανιστήρια που υπέστησαν και όσες το έκαναν μπροστά σε γιατρούς και επιτροπές, έλαβαν ως αποζημίωση ένα ευτελές ποσό επανόρθωσης και μόνον εάν η χώρα τους είχε διπλωματικές σχέσεις με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

«Γυναίκες από την Πολωνία ή τη Γιουγκοσλαβία δεν είχαν δυνατότητα να ζητήσουν επανόρθωση. Στην Ελλάδα είχε δημιουργηθεί μια επιτροπή που έκανε διαπραγματεύσεις για το θέμα αυτό με μια άλλη επιτροπή της Γερμανίας στα μέσα του ’50 και συμφωνήθηκε να αποδοθεί στις γυναίκες, άπαξ, ένα ενιαίο ποσό. Το ποσό που πήραν οι Ελληνίδες Εβραίες ήταν ελάχιστο και ούτε ξέρουμε αν έφτασαν ποτέ αυτά τα χρήματα στα χέρια τους. Γενικότερα, το μεγαλύτερο ποσό που δόθηκε για στειρώσεις ήταν 10.000 μάρκα (σ.σ. περίπου 5.000 ευρώ) αλλά κατά μέσον όρο πήραν από 2.000-3.000 μάρκα (σ.σ. 1.000-1.500 ευρώ)».

«Αν είσαι πιο κοντά στην Ιστορία βλέπεις ότι το Ολοκαύτωμα δεν έχει τελειώσει», μας λέει ο κ. Λανγκ. Στις διαλέξεις που δίνει προσκεκλημένος από απογόνους θυμάτων, τονίζει το πώς η ιστορία των προγόνων τους, που μπορεί να μην τους είχαν γνωρίσει ποτέ, επηρεάζει τις επόμενες γενιές. «Πάντα νιώθω την ιστορία στη ζωή μου, σκέφτομαι ακόμη την ιστορία της Δημοκρατίας. Η απαρχή της δημοκρατίας είναι μέρος της δημοκρατίας μας σήμερα, έτσι και το Ολοκαύτωμα είναι κομμάτι της εποχής μας», μας λέει. «Ανησυχείτε για την πορεία της δημοκρατίας σήμερα», ρωτάμε. «Ναι, γιατί είμαι μαχητής της Ευρώπης. Δεν νιώθω Γερμανός, νιώθω Ευρωπαίος. Δεν νομίζω όμως ότι οι ακροδεξιές δυνάμεις και ο αντισημιτισμός σταμάτησαν μετά τον πόλεμο. Στη Γερμανία ήταν πάντα περίπου στο 10%. Μπορεί να μην είχαν Ιντερνετ για να επικοινωνούν, αλλά η βλακεία δεν πεθαίνει ποτέ».

Πηγή: Σάκης Ιωαννίδης, 28.07.19, Καθημερινή