Πολωνία, γη ποτισμένη με αίμα: Ένα ταξίδι στο εβραϊκό παρελθόν της ανατολικής Ευρώπης Ισραηλιτική Κοινότητα Αθηνών - Athens Jewish Community
Donations

Ηταν ένα ταξίδι το οποίο θέλαμε (εγώ και η γυναίκα μου) εδώ και πολύ καιρό να κάνουμε. Ενα οδοιπορικό προσκύνημα στους τόπους μαρτυρίου, εκεί όπου εκατομμύρια συνάνθρωποί μας χάθηκαν με τον πιο αποκρουστικό τρόπο. Εκεί όπου χάθηκαν συγγενικά μας πρόσωπα, τα οποία αναφέρονταν με πίκρα στις οικογενειακές συζητήσεις.

Πρόκειται για ταξίδι που κάναμε πριν από λίγο καιρό στην Πολωνία (Κρακοβία, Λοτζ, Βαρσοβία), ένα ταξίδι που είχε πολλή ομορφιά, διασκέδαση αλλά και πόνο, αφού οι δρόμοι και τα δάση της όμορφης αυτής χώρας είναι ποτισμένα με αίμα. Το αίμα των χιλιάδων ανθρώπων που πέθαναν στα γκέτο, στις ηρωικές εξεγέρσεις, στο κολαστήριο του Αουσβιτς.

Το εργοστάσιο του Οσκαρ Σίντλερ

Το εργοστάσιο του Σίντλερ και ο Αμον Γκετ

Πρώτος σταθμός του ταξιδιού μας η Κρακοβία. Μια πόλη στην οποία η μακραίωνη εβραϊκή παρουσία είναι πανταχού παρούσα. Οπως και οι «εκδρομές» στο Αουσβιτς, οι διαφημίσεις-προσφορές διάφορων ταξιδιωτικών γραφείων για επίσκεψη-ξενάγηση στο κολαστήριο, το οποίο απέχει μόλις μερικά χιλιόμετρα από μια από τις ομορφότερες πόλεις της Πολωνίας και της Ευρώπης.

Η περιήγησή μας στο εβραϊκό παρελθόν της Κρακοβίας ξεκίνησε από το εργοστάσιο του Σίντλερ, το οποίο αν και σήμερα είναι μουσείο αφιερωμένο στην Κρακοβία της Κατοχής (1939-1945) και λιγότερο στον ίδιο τον Σίντλερ, σου μεταδίδει μια μικρή πικρή γεύση της τραγικής πολωνικής και ταυτόχρονα εβραϊκής ιστορίας της πόλης. Πριν από το μουσείο είχε προηγηθεί επίσκεψη στην κεντρική πλατεία του άλλοτε εβραϊκού γκέτο, την οποία κοσμούν αδειανές καρέκλες για να θυμίζουν την απουσία των χιλιάδων ανθρώπων που στοιβάχτηκαν στα λίγα τετραγωνικά της παλιάς εβραϊκής συνοικίας προτού πάρουν τον δρόμο για τα κρεματόρια. Και δεν μπορείς παρά να εξοργίζεσαι όταν διαβάζεις πως η πλατεία ήταν άλλοτε πάρκινγκ (επί «υπαρκτού») και δημόσια ουρητήρια. Στην περιοχή λίγα μέτρα παραπέρα υπάρχει το ιστορικό φαρμακείο, από το οποίο οι χριστιανοί ιδιοκτήτες του που αρνήθηκαν να φύγουν φρόντιζαν όσο μπορούσαν τους ανήμπορους Εβραίους, βοηθώντας παράλληλα να κρυφτούν και να διαφύγουν.

Το πρώτο μεγάλο σοκ ήρθε όταν ύστερα από αρκετό ποδαρόδρομο εντοπίσαμε το στρατόπεδο εξόντωσης Πλάσοφ, χωρίς δυστυχώς να συναντήσουμε στον δρόμο κάποια πινακίδα που να μας κατευθύνει. Ξαφνικά στρίβεις σε έναν δρόμο και πέφτεις σε ένα είδος πάρκου για τους περιοίκους, τα σπίτια των οποίων απέχουν λίγα μόλις μέτρα από εκεί όπου ήταν κάποτε η κόλαση: ένα από τα κολαστήρια που έστησαν οι ναζί σε τόσες και τόσες χώρες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη όπου υπήρχε ακμαίο εβραϊκό στοιχείο. Ανηφορίζοντας τον δρόμο βλέπεις ξαφνικά κάποιες πινακίδες με φωτογραφίες που σου ζητούν να σεβαστείς την περιοχή και σε πληροφορούν για την ύπαρξη του άλλοτε στρατοπέδου, αλλά και του κατεστραμμένου σήμερα εβραϊκού νεκροταφείου, με ένα (!) και μόνο μνήμα να έχει γλιτώσει από τη μανία των ναζί, μανία που κατευθύνθηκε ακόμη και κατά των νεκρών. Σε έναν τεράστιο χώρο, με φόντο πάντα αντικριστές πολυκατοικίες αλλά και μικρά σπίτια που θυμίζουν εξοχικά, βλέπεις το σπίτι στο οποίο ζούσαν οι φρουροί των Ες Ες.

Μνήμα επιφανούς ραβίνου, τόπος λατρείας για ορθόδοξους Εβραίους σήμερα, στο παλιό νεκροταφείο της Κρακοβίας

Στον δρόμο, ανακαινισμένο δίπλα στα υπόλοιπα σπίτια, βρίσκεται το σπίτι του επικεφαλής του στρατοπέδου, του Αμον Γκετ, ο οποίος έβγαινε στο μπαλκόνι μετά τις σεξουαλικές περιπτύξεις με την ερωμένη του για να κάνει σκοποβολή πυροβολώντας παιδιά και γυναίκες. Και παρά τις φιλότιμες προσπάθειές μας να εντοπίσουμε το αφιερωμένο στα θύματα μνημείο που ανέφερε ο οδηγός, δεν βρήκαμε τίποτε. Καμία επιγραφή που να σε καθοδηγεί. Αξιόλογη στην περιήγησή μας στην Κρακοβία και η επίσκεψη στο Εβραϊκό Μουσείο όπου περισσότερο μας εντυπωσίασε η συλλογή από πίνακες, αντικείμενα και βιβλία που αναφέρονται στη «συκοφαντία αίματος», μια από τις αποκρουστικότερες αντισημιτικές κατηγορίες που χρησιμοποίησε διαχρονικά η ευρωπαϊκή εκκλησία (και οι φεουδάρχες βασιλιάδες) με πιο αποκρουστικό έναν πίνακα με αναφορά στην περιτομή του Ιησού. «Κακομούτσουνοι» Εβραίοι με διαβολικό ύφος περιτέμνουν το «θείο βρέφος» σε προχωρημένη σχετικά ηλικία με το αίμα του να στάζει.

Αουσβιτς, προαύλιος χώρος

Φτάνοντας στο Αουσβιτς

Φυσικά η μεγάλη μέρα ήταν η επίσκεψη-προσκύνημα στο στρατόπεδο του Αουσβιτς, το οποίο επισκεφτήκαμε με το λεωφορείο της γραμμής. Εδώ τα λόγια περιττεύουν… Η ύπαρξη πολύ κόσμου που σε ανάγκαζε να περνάς σχετικά γρήγορα από τα σημεία του μαρτυρίου από τη μια σε εμπόδιζε να «αφομοιώσεις» την οδύνη αλλά από την άλλη βοηθούσε να εκτονωθεί η συγκινησιακή φόρτιση. Στο Αουσβιτς ΙΙ – Μπιρκενάου, εκεί όπου στην πραγματικότητα είχε στηθεί η ανείπωτη βιομηχανία θανάτου, τα συναισθήματα ήταν ακόμη πιο έντονα μπροστά στην εφιαλτική πύλη-είσοδο της γραμμής του τρένου, την αποβάθρα διαλογής, στα κατεστραμμένα κρεματόρια και στους κοιτώνες. Στον χώρο των κρεματορίων όπου έχουν βρεθεί ανθρώπινες στάχτες υπάρχουν τέσσερις αφιερωματικές πλάκες (στα πολωνικά, τα γίντις, τα εβραϊκά και τα αγγλικά) για τα χιλιάδες θύματα. Εκεί κατά το εβραϊκό έθιμο αφήσαμε μια πέτρα στη μνήμη όλων αυτών που χάθηκαν τόσο άδικα με τον πιο βάρβαρο τρόπο.

 

Κατεστραμμένο κρεματόριο

Ανεβαίνοντας προς το Λοτζ

Δεύτερος σταθμός η πόλη του Λοτζ. Φτάνοντας απόγευμα βγήκαμε για βόλτα στον περίφημο πεζόδρομο της πόλης. Προχωρώντας προς τη Μανιφακτούρα, ένα τεράστιο εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας που τον 19ο αιώνα ανήκε στον Πολωνοεβραίο μεγιστάνα Ισραέλ Ποζνάνσκι και σήμερα είναι ένα πολωνικό Γκάζι με μαγαζιά, εστιατόρια, μπαρ κ.λπ., στο δεξί μας χέρι ο χάρτης έδειχνε αστέρια του Δαυίδ με αναφορά στο σπίτι του πιανίστα Αρθουρ Ρούμπινσταϊν και μια εβραϊκή συναγωγή. Αποφασίσαμε λοιπόν να λοξοδρομήσουμε.

Σηματοδότηση για το γκέτο του Λοτζ

Οι επιγραφές με το «Ράους» και το αστέρι του Δαυίδ μας προϊδέασαν ότι κατευθυνόμαστε προς τον σωστό δρόμο. Τελικά εντοπίσαμε τον αριθμό της οδού Επανάστασης 1905 όπου βρισκόταν η εβραϊκή συναγωγή, μόνο που καμιά ένδειξη δεν παρέπεμπε στην ύπαρξη συναγωγής. Ακόμη πιο οδυνηρή ήταν η εμπειρία μας στη διάρκεια της αναζήτησης του εβραϊκού νεκροταφείου του Λοτζ, του μεγαλύτερου που έχει απομείνει στην Ευρώπη. Στο τέρμα του τραμ δεν υπήρχε καμία σήμανση. Κάποιος αγγλόφωνος επιβάτης, μάλλον Αμερικανός, μας καθοδήγησε. Ωστόσο η απουσία πινακίδων ‒αν και κάποια στιγμή ήμασταν στη γωνία του μαντρότοιχου του τεράστιου νεκροταφείου‒ μας οδήγησε σε περιπλάνηση μιας περίπου ώρας αναζητώντας προς τη λανθασμένη κατεύθυνση την κεντρική είσοδο. Πολύ αργότερα, κατά την επιστροφή μας, διαπιστώσαμε πως η είσοδος του εβραϊκού νεκροταφείου απείχε μόλις λίγα μέτρα από τη στάση του τραμ, μόνο που δεν υπήρχε εκεί κανένα πληροφοριακό στοιχείο που θα μας είχε αποτρέψει από την άσκοπη αναζήτηση. Οταν παραπονεθήκαμε στην υπάλληλο του νεκροταφείου για την έλλειψη επαρκούς σήμανσης, μάθαμε ότι οφείλεται στον δήμο του Λοτζ που δεν θέλει να προβάλει ό,τι έχει απομείνει από την πλούσια και συνάμα τραγική εβραϊκή ιστορία της πόλης. Κοντά στο νεκροταφείο ‒20 με 25 λεπτά με τα πόδια‒ βρίσκεται ο σταθμός του Ράντεγκαστ από τον οποίο περνούσαν τα τρένα για το Αουσβιτς. Φυσικά ούτε εδώ υπήρχε σήμανση για μια από τις σημαντικότερες τοποθεσίες όσον αφορά την εξόντωση των Εβραίων της Ευρώπης. Ακόμη και το παρακείμενο μουσείο, το οποίο ήταν κλειστό λόγω έργων ανακαίνισης, δεν ήταν εύκολο να εντοπιστεί. Στον παλιό σταθμό, όπου δίπλα του ακόμη περνούν τρένα, εκτός από τις αφιερωματικές στα θύματα πλάκες υπήρχε και ένα τρένο με τα βαγόνια στα οποία στοιβάζονταν οι δυστυχείς στο ταξίδι τους προς τον θάνατο.

Οταν μπήκα για λίγα δευτερόλεπτα σε ένα από τα εναπομείναντα βαγόνια για να φωτογραφίσω, εν μέσω τρομερής ζέστης και με την πόρτα ανοιχτή, ταράχτηκα τόσο που η μια από τις δυο φωτογραφίες βγήκε κουνημένη. Φανταστείτε τους δυστυχείς που είχαν στοιβαχτεί με ζέστη ή με κρύο, σε απερίγραπτες συνθήκες, μην ξέροντας καν ότι οδηγούνται στον φρικτό βιομηχανοποιημένο θάνατο που είχαν επινοήσει οι ναζί. Και θυμώνεις ακόμη πιο πολύ όταν μαζί με την εικόνα των στοιβαγμένων ανυποψίαστων θυμάτων έρχεται στον νου το βίντεο του «φίρερ» της Χρυσής Αυγής, που κάποιοι τον τίμησαν με την ψήφο τους και έγινε βουλευτής, να ειρωνεύεται τα θύματα των στρατοπέδων εξόντωσης.

Το μαυσωλείο του Πολωνοεβραίου μεγιστάνα Ποζνάνσκι

Επόμενη στάση, Βαρσοβία

Το πολωνικό μας ταξίδι ολοκληρώθηκε με την επίσκεψή μας στη Βαρσοβία. Η παραμονή μας στην πολωνική πρωτεύουσα ξεκίνησε από το εξίσου πολύ μεγάλο εβραϊκό νεκροταφείο της πόλης από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο εντοπισμός του εδώ ήταν πιο εύκολη υπόθεση. Στην είσοδό του υπάρχουν δεκάδες πλάκες αφιερωμένες στα θύματα του γκέτο, μαζικοί τάφοι και ένα μνημείο αφιερωμένο στην ανείπωτη τραγωδία. Αίσθηση προκαλεί η απουσία ενός έστω φυλλαδίου που θα βοηθούσε τον επισκέπτη στην αναζήτηση μνημάτων κάποιων επιφανών Εβραίων ή ιστορικών προσωπικοτήτων. Για παράδειγμα, εντελώς τυχαία ανακαλύψαμε το σχετικά πρόσφατο μνήμα του Μάρεκ Εντελμαν (1919-2009), του αγωνιστή του εβραϊκού σοσιαλιστικού Bund, από τις ηγετικές φυσιογνωμίες της εξέγερσης του γκέτο της Βαρσοβίας. Κάποια από τις ημέρες της ολιγοήμερης παρουσίας μας στην πόλη αποφασίσαμε να αναζητήσουμε ένα απομεινάρι από το γκέτο, το οποίο οι ναζί κατέστρεψαν ολοσχερώς. Μια ακόμη αιτία θυμού… Το απομεινάρι από το εβραϊκό γκέτο βρίσκεται σε έναν προαύλιο χώρο κτιρίου (που μάλλον στεγάζει γραφεία) χωμένου σε κάποιο στενό, όπως τουλάχιστον μας πληροφόρησε πινακίδα στην πρόσοψη του κτιρίου, η είσοδος του οποίου ήταν κλειστή.

Ευτυχώς σε κάποιο άλλο σημείο της πόλης εντοπίσαμε τον υπόνομο-μνημείο από τον οποίο δραπέτευσαν κάποιοι από τους εξεγερμένους του γκέτο, μεταξύ των οποίων και ο Μάρεκ Εντελμαν. Η επίσκεψη ολοκληρώθηκε στο καταπληκτικό Εβραϊκό Μουσείο και το Μουσείο Εξέγερσης της πόλης. Το Εβραϊκό Μουσείο σε ταξιδεύει στη χιλιόχρονη εβραϊκή παρουσία στην Πολωνία, με τα ιδιαίτερα ιστορικά-κοινωνικά της χαρακτηριστικά. Στο μουσείο εκτός των άλλων μπορεί κανείς να περιηγηθεί στην πολυσχιδή εβραϊκή κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική δραστηριότητα στις αρχές του 20ού αιώνα, η οποία ανακόπηκε βίαια με την ολοκληρωτική εξόντωση του ποικιλόμορφου εβραϊκού στοιχείου.

*Το κείμενο είναι απόσπασμα από την ανάρτηση του Μωυσή Λίτση στην προσωπική του σελίδα στο Facebook

Πηγή: Μωυσής Λίτσης, 30.07.2018, documento