Donations

Αρχές δεκαετίας του 60, Ισραήλ, πόλη Μπρεσέβα. Σ’ ένα μικρό κομμωτήριο, φλυαρούν περιμένοντας να σιάξουν τα μαλλιά τους κάποιες γυναίκες, μεταξύ αυτών και μια ονόματι Φράνια Ερσκοβιτς.

Κουβέντα στην κουβέντα, μια από αυτές ακούστηκε να λέει ότι καταγόταν από την Θεσσαλονίκη. Η Ερσκοβιτς ταράχθηκε. «Από την Θεσσαλονίκη; μήπως, γνωρίζεις τις αδελφές Αλκαμπές;», ρώτησε.

Φυσικά και τις ήξερε. Δεν είχαν απομείνει, εξάλλου στην «πόλη των φαντασμάτων», πολλοί Εβραίοι, μετά το Ολοκαύτωμα.

Αύγουστος 1943. Δεκατριών, δέκα και εννιά χρόνων, τότε, οι αδερφές Σουλτάνα, Τζούλια και Κολόμπα Αλκαμπές μεταφέρθηκαν το 1943 μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια, πατέρα, μητέρα και τα πεντάχρονα δίδυμα αδελφάκια τους, με μία από τις αποστολές θανάτου Εβραίων της Θεσσαλονίκης στο Μπίρκεναου.

Με το που τους αποβίβασαν στην φοβερή ράμπα, όπου διάλεγαν με συνοπτικές διαδικασίες ποιος θα πάει κατευθείαν στους φούρνους και ποιος θα ζήσει για λίγο ακόμα, τα SS πήραν αμέσως μαζί με άλλους για το κρεματόριο, τη μητέρα και τα δίδυμα νήπια και έστειλαν σε άλλη πτέρυγα τον πατέρα.

Τα τρία κοριτσάκια κλείστηκαν σ’ ένα από τα μπλοκ, από το οποίο η διοίκησή του φρόντιζε να υπενθυμίζει μέσω μεγαφώνων κάθε λίγο και λιγάκι ότι κανείς δεν έχει βγει ζωντανός.

«Ήμασταν πάντα μαζί», μου είχαν αφηγηθεί παλαιότερα για την «Κ», περιγράφοντας τον καθημερινό παιγνίδι με τον θάνατο, από το οποίο βγήκαν νικήτριες, χάρη στην καλή τους τύχη τους αλλά και μια απρόσμενη βοήθεια.

«Όταν φώναζαν τα μεγάφωνα “σελέξιον”, ήμασταν υποχρεωμένες όλες οι κρατούμενες να συγκεντρωθούμε μπροστά στο μπλοκ γυμνές και εκεί δύο άντρες Ες Ες και μια γυναίκα διάλεγαν όσους θα πήγαιναν για το κρεματόριο. Ήταν ένα λαχείο το να επιζήσεις και αυτό γιατί έπαιρναν όποιες να ήταν, άρρωστες, γερές, δεν είχε σημασία. Έτσι, εμείς, ενώ ήμασταν πάντα μαζί, σαν ένα σώμα, φροντίζαμε να μην μπαίνουμε ποτέ στη γραμμή η μία μετά την άλλη ώστε να μειώσουμε τις πιθανότητες να μας πάρουν όλες ή και μια μια. Άλλες φορές κρυβόμασταν στους υπονόμους ή κάτω από κρεβάτια στον θάλαμο του νοσοκομείου. Πρέπει να πω ότι μας βοήθησε πολύ μια «μπλοκόβα», Εβραία capo δηλαδή, από την Πολωνία, η οποία μας συμπαθούσε και έκανε τα στραβά μάτια όταν εξαφανιζόμασταν μέχρι να τελειώσει η διαλογή».

Οι ίδιες γνώριζαν ότι αν οι υπεύθυνοι για τη «σελέξιον» αντιλαμβάνονταν την απουσία τους θα τις έστελναν κατ’ ευθείαν στους φούρνους.

Παρ’ όλα αυτά ρίσκαραν, έχοντας αποδεχθεί τη μοίρα, που υπό τις υφιστάμενες συνθήκες τις προόριζε να γίνουν κάποια στιγμή βορά στο αδηφάγο κρεματόριο. Η θεά Τύχη όμως είχε άλλη γνώμη.

«Στα μέσα του ’44 έκαναν τη μαζικότερη διαλογή. Τους πήραν σχεδόν όλους», μου είπε η Σουλτάνα.

«Η Κολόμπα και εγώ κρυφτήκαμε στο νοσοκομείο, αλλά ο έλεγχος έγινε με διαφορετικό τρόπο. Σε αντίθεση με άλλες φορές, όσες θα έγραφαν στον κατάλογο, εκείνες θα ζούσαν. Πράγματι έγραψαν από 700 γυναίκες γύρω στα 5 ονόματα, μεταξύ των οποίων η «μπλοκόβα» συμπεριέλαβε και εκείνο της Τζούλιας.

Τότε ένα κοριτσάκι έτρεξε στο νοσοκομείο και μας είπε: «ελάτε γρήγορα γιατί το κοντρόλ γίνεται διαφορετικά». Με το που πήγαμε έπιασε μια δυνατή βροχή και το χαρτί με τον κατάλογο διαλύθηκε. Οταν σταμάτησε να βρέχει και έγραψαν πάλι τον κατάλογο η «μπλοκόβα» έβαλε και τα δικά μας ονόματα και έτσι γλιτώσαμε μόνο 8 άτομα…».

Οι τρεις αδελφές ήρθαν αμέτρητες φορές πρόσωπο με πρόσωπο με τον θάνατο, αλλά την τελευταία στιγμή γλίτωναν και τελικά επέζησαν…

Μπρεσέβα. «Να, πάρε τον αριθμό του τηλεφώνου μου και όταν πας στην Θεσσαλονίκη να τους τον δώσεις και να τους πεις ότι είμαι η μπλοκόβα τους», είπε συγκινημένη στην ομόθρησκη της, η Ερσκοβιτς. Δεν πέρασε πολύς καιρός και μια μέρα δέχτηκε κλήση από την Ελλάδα.

Ήταν οι αδερφές Αλκαμπές που την καλούσαν να την φιλοξενήσουν στην Θεσσαλονίκη, όπως και έγινε.

Ήταν το μόνο που μπορούσαν να προσφέρουν, μαζί με την ευγνωμοσύνη τους, για το ότι ήταν και εξακολουθούν να είναι και σήμερα ζωντανές.

Αναζήτησα την μπλοκόβα του Μπιρκεναου στην Μπρεσέβα, αλλά δεν κατέστη δυνατό να εντοπίσω τα ίχνη της.

Η ίδια δεν θα πρέπει να ζούσε πριν δέκα χρόνια, αλλά και οι τρεις αδελφές δεν ήθελαν, μετά την πρώτη να επεκταθούν, φοβούμενες τις συνέπειες της συγκίνησης να επανέλθουν σε αυτό το ζήτημα.

Έτσι έκαναν και οι περισσότεροι από τους επιζήσαντες όταν επέστρεψαν στην Θεσσαλονίκη, μίλησαν για το δράμα τους λίγο ή και, κάποιοι, καθόλου. Ίσως γιατί δεν ήθελαν να θυμούνται, μερικοί γιατί δεν τους πίστευαν ότι έζησαν τέτοια φρίκη, και κάποιοι διότι οι «πίσω» τους έβλεπαν με καχυποψία γιατί επέζησαν.

Χθες στην σιωπηλή πορεία μνήμης στην Θεσσαλονίκη μόνο δυο εκπροσώπησαν τιμήθηκαν από τον Γιάννη Μπουτάρη – όσους επέστρεψαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ο Χαϊντς Κουνιο που γλίτωσε στο Άουσβιτς και ο χριστιανός Αχιλλέας Κουκουβίνος που «πέρασε» από το Μαουτχαουζεν.

Δεν έχουν απομείνει, εξάλλου, παρά μόνο μόνο δώδεκα στη Θεσσαλονίκη. Καμία από τις τρεις αδερφές δεν ήταν εκεί.

Πηγή: Σταύρος Τζίμας, 18.03.2019, Καθημερινή