Donations

Ο Ντέιβιντ Νεγρίν είναι σκηνοθέτης, σκηνογράφος και ενδυματολόγος… χρώματος Μπλε. Πριν βάψει με το αγαπημένο φετινό θεατρικό του χρώμα, μια ιστορία… προορισμού, χαρίζει όλα τα υπόλοιπα χρώματα στο Newslink.gr και στο δημοσιογράφο Νίκο Κολίτση, μαζί μ’ έναν… καμβά πολύχρωμης συνέντευξης, μεταξύ άλλων, για τους «εξασκημένους» Έλληνες σκηνογράφους, τα «Ραδίκια ανάποδα», την αρχιτεκτονική και/στο θέατρο, την Αναστασία και τον Παντελή, τα βιβλία, τους «ακούοντες», τους ξένους και τη διεθνή καριέρα, τα παιδιά και την «κατασκοπεία», τα χαρακτηριστικά των «άξιων», τους «12 ενόρκους», την… «Κυρία Ιουλία», την «Οδό Αβύσσου», τους άστεγους και τα σοκάκια του Ψυρρή και τον… Άμλετ, γιατί «η υπόστασή του γεννήθηκε μέσα από το δίλημμά του να σκέφτεται ή να δρα. Πολύ σημερινό, δε νομίζετε;»

Υφίσταται σκηνογραφία στο ελληνικό θέατρο αυτόνομη και ολοκληρωμένη ή έχει θυσιαστεί στο βωμό της κρίσης, συχνά με το άλλοθι της diy αισθητικής;

Έχουμε σίγουρα πολύ καλούς και καταρτισμένους σκηνογράφους. Έχουμε επαγγελματίες που ξέρουν ν’ αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες που δημιουργούνται στα θέατρα, πολύ πιο «εξασκημένους» σ’ αυτές απ’ ότι συνάδελφοί τους στο εξωτερικό. Πολύ μικρός αριθμός παραστάσεων προσφέρει στο σκηνογράφο τη δυνατότητα να δημιουργήσει με μικρούς μόνο περιορισμούς και άνεση. Και δεν είναι μόνο η οικονομική άνεση αλλά και η χρονική και χωρική άνεση. Όταν λέω χρονική το καταλαβαίνετε πιο εύκολα, όταν λέω χωρική εννοώ τη δυνατότητα να στήνεις ένα σκηνικό που να μη χρειάζεται να το ξηλώνεις κάθε τρεις μέρες για να μπει άλλη παράσταση, αλλά και τους βοηθητικούς χώρους και τις τεχνικές δυνατότητες που έχει το εκάστοτε θέατρο.

Πώς μπορεί ένα σκηνικό ν’ αποτελεί μέρος και φυσική συνέχεια της ιστορίας σε μια θεατρική παράσταση; Είναι πάντα θέμα χρημάτων και γνώσεων ή αρκεί η φαντασία και η έμπνευση;

Θα σας αναφέρω ένα παράδειγμα μιας αγαπημένης μου δουλειάς σκηνογραφικά, που δεν είναι δική μου. Η σκηνογραφία της παράστασης «Ραδίκια ανάποδα», του Γιώργου Γαλίτη, που έχει γράψει και το έργο, είναι μια απλή σε σύλληψη ιδέα αλλά τόσο λειτουργική και τόσο έξυπνη νοηματικά, που θα ήθελα να την είχα σκεφτεί εγώ. Το κόστος του δεν είναι πολύ μεγάλο, αλλά το αποτέλεσμα είναι αυτό που πρέπει. Αυτό όμως συμβαίνει σ’ αυτήν την παράσταση και δούλεψε άψογα και έτυχε να είναι ένα έργο που να ταιριάζει αυτή η έμπνευση.

Αυτό δε συμβαίνει πάντα. Για να γίνει ένα σκηνικό άρτιο, να ταξιδεύει και να βοηθά το θεατή να μπαίνει καλύτερα στην ιστορία (αλλά και τον ηθοποιό), χρειάζονται υλικά, ώρες εργασίας τεχνητών, μαστόρων και φυσικά γνώσεις. Ναι, μπορείς να δεις έναν Τσέχωβ μ’ ένα ξύλινο τραπέζι, έναν καλόγερο, τρεις καρέκλες και τέσσερα κάδρα και να ταξιδέψεις από τη δύναμη των ηθοποιών και το κείμενο, αλλά προφανώς δεν είναι το ίδιο με το να βλέπεις μαζί μ’ αυτά πίσω τους σαπισμένους τοίχους του σπιτιού μακριά από τη Μόσχα και στο βάθος, από το ανοιχτό παράθυρο, όλο το δάσος της επαρχίας. Είναι πολύ όμορφο να βλέπεις μία χάρτινη κούτα να μετατρέπεται σε σκαμπό, σε σπίτι, σε βράχο, σε κράνος, μέσα στην ίδια παράσταση, αλλά φανταστείτε μια σκηνογραφική λύση που να μετατρέπει το χώρο από γραφείο σε σπίτι και από εξοχή σε δρόμο (χωρίς προτζέκτορες, φυσικά, μια μεγάλη ευκολία της εποχής).

Πώς λειτουργεί ένας αρχιτέκτων μηχανικός (εσείς), που σκηνοθετεί έναν κωμικό ηθοποιό (Παντελή Πάγκαλο) και μία χορεύτρια (Αναστασία Καπρέτσου), μ’ ένα σκηνικό δικής σας σύλληψης, που «πρωταγωνιστεί» εξίσου; Eίναι η πρώτη… και η τελευταία σκηνοθετική σας απόπειρα;

Είμαι πράγματι ένας αρχιτέκτων μηχανικός. Εξασκώ το επάγγελμα και δεν είμαι απλώς κάτοχος του πτυχίου. Παράλληλα, όμως, δουλεύω στο θέατρο πάνω από μια 15ετία. Έμαθα μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία, ν΄ αγαπώ πολύ τους ηθοποιούς και να σέβομαι αυτό που κάνουν. Αυτό είναι το πρώτο βήμα να μάθεις κάτι για το θέατρο. Μ΄ αυτή την αντίληψη, προσπάθησα να συνδυάσω την αρχιτεκτονική μου ιδιότητα, με την οποία σχεδίασα όλη την παράσταση εξαρχής στο μυαλό και στο χαρτί, σε συνδυασμό με το χάρισμα του Παντελή στον αυτοσχεδιασμό. Με την Αναστασία ήταν πιο εύκολο, γιατί ως χορεύτρια, στο κομμάτι της πειθαρχίας, καταλαβαίνετε ότι είναι χειρότερη από μένα! Μιλάμε για αυτόματη εκτέλεση του σχεδίου!
Η διαδικασία ήταν η εξής: Υπήρχε μια σκηνογραφική μεταβολή ως στόχος τον οποίο έδινα στην πρόβα, ακολουθούσαν αυτοσχεδιασμοί και ιδέες με αφορμή το στόχο χωρίς περιορισμούς και μετά επιστροφή στο στόχο – να δούμε αν είμαστε μέσα στην αρχική επιθυμία.

Όσο για το αν είναι η τελευταία απόπειρα, δεν το βλέπω ως κάτι που μου άλλαξε την ταμπέλα από σκηνογράφο σε σκηνοθέτη. Είναι μια απόλυτη ανάγκη έκφρασης με το συγκεκριμένο τρόπο. Αν προκύψει ξανά κάτι που θα νιώσω να εκφράσω, θα το κάνω πάλι, πιο εύκολα πια. Μπορεί και να μην ξαναγίνει ποτέ χωρίς να με στεναχωρήσει ιδιαίτερα, αρκεί να είναι επιλογή μου. Ήδη απολαμβάνω τη σκέψη του να κάνω την παρωδία του Μπλε, για να παρουσιάσω με κωμικό τρόπο τα κόλπα της παράστασης και τις δυσκολίες που είχαμε στις πρόβες. Εκεί είναι δεκτοί φυσικά μόνο όσοι είδαν την κανονική έκδοση του έργου, για ευνόητους λόγους.

Σκηνοθετείτε μια βουβή παράσταση, που απευθύνεται σε ακούοντες αλλά και σε κωφά άτομα και ξένους, στοιχείο που δεν την καθιστά -δυστυχώς- κοινό τόπο στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο. Γιατί συμβαίνει αυτό; Ήταν συνειδητή επιλογή ή προϊόν επίδρασης του περιβάλλοντος;

Τα βιβλία προσφέρουν μεγαλύτερες συγκινήσεις από την τηλεόραση, γιατί επιτρέπουν στον αναγνώστη να δημιουργήσει τις δικές του εικόνες. Κατ’ αναλογία ή κατ’ αντιστροφή, έτσι σκέφτηκα κι εγώ: Αν αφήσω το θεατή να δημιουργήσει το δικό του κείμενο στην εικόνα που θα του προσφέρω, θα χτίσω μια σχέση δυναμική, που θα έχει ιδιαίτερα αποτελέσματα. Από την άλλη, αν θέλετε, ίσως δεν έχω και το χάρισμα του να γράψω κάποιο κείμενο τόσο δυνατό κι άφησα δύο πολύ ταλαντούχα παιδιά να «μιλήσουν» για μένα. Ήξερα ασφαλώς ότι ήθελα να είναι βουβό από τότε που το σκέφτηκα. Μόλις βρήκα τον Παντελή πέρυσι το καλοκαίρι, κατάλαβα ότι είχα το έργο. Μετά ήρθε και η Αναστασία κι έδεσε η συνταγή. Γιατί περί συνταγής πρόκειται, περί χημείας…

Όσον αφορά στο κοινό, που θέλουμε πολύ να δούμε, τους ανθρώπους με προβλήματα ακοής και τους ξένους, αυτή τη δυνατότητα τη σκεφτήκαμε στην πορεία και μας έδωσε ιδιαίτερη χαρά! Για την πρώτη κατηγορία, η ικανοποίηση του να προσφέρεις κάτι σε ανθρώπους που, κατά βάση, δυσκολεύονται ή αδυνατούν να παρακολουθήσουν, είναι μεγάλη. Για τη δεύτερη κατηγορία, μάλλον ικανοποιεί τη ματαιόδοξη πλευρά του εαυτού μου, που σκέφτεται ότι η παράσταση έγινε… διεθνής!

H παντομίμα είναι κατεξοχήν θεατρικό στοιχείο με το οποίο είναι εξοικειωμένα τα παιδιά, που αποτελούν, εξίσου με τους ενήλικες, target group της παράστασης. Ποιο είναι το feedback που εισπράττετε μέχρι στιγμής, από το ετερόκλητο, ηλικιακά, κοινό;

Eδώ δεν έχουμε να κάνουμε ακριβώς με παντομίμα. Όλες οι κινήσεις είναι καθημερινές μας δράσεις και τ’ αντικείμενα με τα οποία ασχολούνται οι ήρωές μας υπάρχουν. Δεν «κάνουν» πως υπάρχουν. Απλώς είναι τόσο καθαρή η πρόθεση των ηρώων σε κάθε τους κίνηση, που αυτό προσφέρει την εξέλιξη της ιστορίας και το υφέρπων κείμενο στο θεατή. Τα παιδιά, επειδή δεν έχουν περάσει αυτή τη διαδικασία αμφισβήτησης της ίδιας τους της ύπαρξης και του προορισμού τους, που έχουν περάσει οι μεγαλύτεροι, στέκονται πιο πολύ στην ιστορία και το διασκεδάζουν, όπως βλέπουν σαν ένα αστείο επεισόδιο του Taz και του Bugs Bunny. Τώρα που το σκέφτομαι έχει ακριβώς αυτή τη δομή η ιστορία μας. Είναι, όμως, μια πολύ ωραία αφορμή, όταν στο τέλος ρωτήσουν τους γονείς τους τα γιατί και τα πώς του έργου, ν’ ανοίξει μια ωραία κουβέντα για τη φιλία, τη συντροφικότητα και την αποδοχή του διαφορετικού. Τα μάτια τους, πάντως, δε φεύγουν ούτε δευτερόλεπτο από τη σκηνή και αυτό το απολαμβάνω, «κατασκοπεύοντάς» τους… Μέχρι τώρα κανένα δεν έχει… πεινάσει!

Είναι το αυτοαναφορικό βιωματικό στοιχείο της παράστασης η αιτία που δεν τολμούσατε να κάνετε την παράσταση «Μπλε» τόσα χρόνια; Λειτούργησε ψυχοθεραπευτικά, τελικά, το ανέβασμα της παράστασης; «Ίσως η ζωή να είναι μόνο αυτό… ένας φόβος κι ένα όνειρο» (Joseph Conrad, συγγραφέας). Ταιριάζει στην περίπτωσή σας;

Είχα πολλά χρόνια την ανάγκη να εκφραστώ με αυτόν τον τρόπο. Έπρεπε να έρθει η σωστή στιγμή ωριμότητας και να πιστέψω ότι είμαι έτοιμος να το κάνω. Η σκηνοθεσία μιας παράστασης, εκτός από πολύ δύσκολο σπορ, είναι και μια τεράστια ευθύνη. Δεν είναι ένας πίνακας ζωγραφικής που εκθέτει μόνο το ζωγράφο του, αλλά εκθέτει και άλλους συντελεστές. Έχετε μιλήσει ποτέ με ηθοποιό που ντρέπεται για τη δουλειά που δημιουργήθηκε; Να μην μπορεί να κάνει τίποτα από επαγγελματική ευθιξία; Θέλω να πιστεύω ότι δημιούργησα ένα ασφαλές περιβάλλον σε όλους όσοι συμμετείχαν και το πρώτο πράγμα που τους είπα ήταν ότι δε θα σας εκθέσω, αν νιώσω ότι αυτό που κάνουμε δεν είναι καλό.

Ως προς το ψυχοθεραπευτικό κομμάτι, παρουσίασε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και είναι το ουσιαστικό γεγονός για την περίπτωσή μου. Θα σας εξηγήσω γιατί. Ήρθε ένας φίλος σε μια πρόβα προς τα τελειώματα -το τονίζω, γιατί είχε στηθεί η παράσταση- και μου έδωσε μια ερμηνεία για το έργο και τη θέση των ηρώων στη ζωή μου. Ούτε που την είχα σκεφτεί! Σας πληροφορώ ότι ήταν τελικά ακριβέστερη από τον αρχικό μου σκοπό! Καταλαβαίνετε την επίδραση του συμπεράσματος αυτού πάνω μου.

Κάπου διάβασα πρόσφατα: «καλύτερα να πεθάνεις με αναμνήσεις παρά με όνειρα». Και ο Conrad τα λέει ωραία αλλά και ο παραπάνω τα λέει μια χαρά. Έπρεπε όμως να συναντήσω τον Παντελή και την Αναστασία για να εκπληρωθεί το όνειρο και να γίνει ανάμνηση. Όσο για το φόβο τώρα πια λέω: «Όποιος φοβάται, πέφτει και κοιμάται…»

Ποια στοιχεία εκτιμάτε ότι απαιτείται να διαθέτει ένας νέος για να γίνει άξιος σκηνογράφος;

Θυμάμαι τις δυσκολίες και τις ατέλειωτες ώρες και τελικά… τα χρόνια που πέρασα μόνο και μόνο για να βρεθεί ο πρώτος που θα πει: «Εγώ θέλω αυτόν για σκηνογράφο». Είχα, επίσης, την τύχη να μ’ εμπιστευτούν και να δουλέψω με τον Νίκο Πετρόπουλο και την Κική Μήλιου, που ήταν απόλυτα γενναιόδωροι ως προς τις γνώσεις που μου χάρισαν.

Από τα παραπάνω καταλαβαίνετε ότι χρειάζονται ώρες ατελείωτες αλλά και τύχη. Ένας νέος σκηνογράφος σε πρακτικό επίπεδο, είναι αναγκαίο να έχει:

-τρισδιάστατη αντίληψη του χώρου, ώστε, εκτός από ένα λειτουργικό σκηνικό, να προσφέρει, ενδεχομένως, χωρική βοήθεια στις δυσκολίες των προβών.

-δισδιάστατη αντίληψη, που αφορά στις εικόνες, στα χρώματα στα υλικά. Με λίγα λόγια, ένα πάντρεμα ενός αρχιτέκτονα, ενός γλύπτη κι ενός ζωγράφου.

-γνώση των υλικών που χρησιμοποιούνται στο θέατρο και των καταστημάτων που οι σκηνογράφοι συνήθως συχνάζουν: Παλαιοπωλεία, Υφασματάδικα, κ.ά., και πέρα απ’ αυτά, φαντασία για νέες λύσεις και ιδέες.

-Το τελευταίο δε θα ΄θελα να το πω, γιατί δεν είναι ουσιαστικό προσόν πάνω στη δουλειά, αλλά θα το πω: Είναι η ικανότητα να διαχειρίζεται δύσκολους ανθρώπους που θα τον προσβάλλουν και θ’ αμφισβητήσουν τον κόπο και τις ικανότητές του. Και δεν εννοώ τους συμβιβασμούς που όλοι κάνουν σε κάθε δουλειά.

Aν ένας επιχειρηματίας διέθετε απεριόριστο budget για τη σκηνογραφία μιας θεατρικής παράστασης και σας πρότεινε για σκηνογράφο, ποιο έργο θα διαλέγατε και για ποιο λόγο;

Αφού μου δίνετε τέτοιο ονειρικό και ουτοπικό σενάριο, θα το τραβήξω λίγο παραπάνω, αν επιτρέπεται… Πρώτα θα ήθελα συνεργάτες με ήθος, ευγένεια και ταλέντο. Θα ήθελα συνεργάτες που να γνωρίζουν τους κανόνες του θεάτρου, την ιεραρχία και το πού ξεκινά και σταματά η δουλειά τους. Μετά θα επέλεγα… τον Άμλετ. Ο λόγος του Σαίξπηρ έχει μια τόσο ωραία μαθηματική λογική, πίσω από τη συναισθηματική δύναμη του έργου, που δίνει πολλή τροφή για αρχιτεκτονική σκέψη και δημιουργία. Ο Άμλετ είναι ένας νέος τόσο σύγχρονος και τόσο ενδιαφέρον. Η υπόστασή του γεννήθηκε μέσα από το δίλημμά του να σκέφτεται ή να δρα. Πολύ σημερινό, δε νομίζετε;

«Κυρία Ιουλία», «12 ένορκοι» και Οδός Αβύσσου», είναι τρεις ακόμη παραστάσεις που έχετε τη σκηνογραφική επιμέλεια, εκτός από το «Μπλε». Ποια παράσταση έχει το μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας; Στο «Μπλε» γυρίζετε τους θεατές, τρόπον τινά, στην παιδική τους ηλικία. Γιατί δεν έχετε ασχοληθεί ακόμα σκηνογραφικά με το θέατρο για παιδιά;

Οι «12 ένορκοι» είναι μια πολύ αγαπημένη δουλειά της οποίας η μεγάλη δυσκολία ήταν να πετύχω ένα κλειστοφοβικό περιβάλλον και παράλληλα να μπορούν να κινηθούν άνετα οι ηθοποιοί, αλλά και να φαίνονται καλά στους θεατές.

Η «Κυρία Ιουλία» με δυσκόλεψε, γιατί έπρεπε να φτιάξω 4-5 διαφορετικούς χώρους σ’ ένα σκηνικό που τοποθετείται-στήνεται μέσα στο υπάρχον σκηνικό της Αθηναΐδας, που είναι το σκηνικό μιας άλλης παράστασης.

Και τα δύο έργα είχαν δυσκολίες πρακτικές. Αν τις λύσεις, το καταλαβαίνεις ότι τις έλυσες και προχωράς. Η μεγάλη πρόκληση εμφανίζεται, όταν είναι νοητικό το πρόβλημα προς επίλυση: Στην «Οδό Αβύσσου», το να φτιάξεις έναν τόπο βασανισμού με τόσες μνήμες, με θεατές που έχουν βιώσει αυτό που πας εσύ να τους παρουσιάσεις, σε συνδυασμό με τις πρακτικές δυσκολίες που υπάρχουν, ε, αυτό ήταν, όντως, δύσκολο και ίσως ποτέ δε θα μάθω, αν το πέτυχα!

Έχω σκηνογραφήσει πολλές παραστάσεις για παιδιά τα οποία όσοι με ξέρουν καλύτερα, γνωρίζουν τη θέση που κατέχουν στη ζωή μου. Ο σεβασμός που δείχνω σ’ αυτές τις δουλειές είναι ίσως και μεγαλύτερος. Ίσως γιατί «φοβάμαι» τα παιδιά περισσότερο ως προς την αντίδρασή τους! Εκεί δεν έχει καμία επιείκεια! Κατευθείαν ακούς σχόλια του τύπου: «Ε, μα αυτό δεν είναι κολοκύθα….!»

Στην καθημερινότητά σας, στο αστικό περιβάλλον της Αθήνας ή στη φύση, ποιο είναι το πιο πρόσφατο «σκηνικό», που ζηλέψατε και θα θέλατε να μεταφέρετε αυτούσιο σε μια παράσταση;

Κανένα σκηνικό δε θέλω να μεταφέρω αυτούσιο στη σκηνή, γιατί έχω χάσει από χέρι! Θα με κερδίσει. Επειδή, όμως, μου αναφέρατε για το αστικό περιβάλλον, θα πάρω την αφορμή να σας μιλήσω για τα υπέροχα θεατρικά σκηνικά με κουβέρτες, σεντόνια…, α και κάτι… άστεγους ανάμεσά τους, εκεί που εμείς οι τυχεροί ψωνίζουμε κάθε παγωμένα Χριστούγεννα. Ή να σας μιλήσω για κάτι σοκάκια στου Ψυρρή, που θα τα ζήλευε ο Ουγκώ και ο Ντίκενς; (εν έτει 2018). Ακίνητα σώματα για ώρες, κάνοντας οικονομία ενέργειας, αφού δεν υπάρχει φαγητό, δημιουργούν σκηνικά που ντρέπεσαι να κοιτάξεις. Aυτή είναι η καθημερινότητά τους…

Μακάρι να ήταν το σκηνικό μιας παράστασης με μόνο ιστορικές- παρελθοντικές αναφορές ή ακόμα καλύτερα μια παράσταση επιστημονικής φαντασίας…

Ευχαριστώ πολύ για τις πολύ ενδιαφέρουσες ερωτήσεις που μ’ έβαλαν σε σκέψη!

Πληροφορίες για την παράσταση

Μπλε

του Ντέιβιντ Νεγρίν

Μια βουβή και συγκρατημένα τρελή παράσταση, φωνάζει την εξαντλητική επανάληψη μιας μοναχικής καθημερινότητας. Ένας, άθελά του, αστείος ήρωας, που καταφέρνει να επιβιώνει ψυχικά, έχοντας συνηθίσει αυτό το πληκτικό ‘μέρα με τη μέρα’, χωρίς να προσμένει, χωρίς να αναζητά, βυθισμένος σε ένα άοσμο και μονόχρωμο λίγο. Ένα λευκό και νοικοκυρεμένο λίγο που βάζει σε τάξη τη ζωή. Μα ποιος θέλει την τάξη; Ποια τάξη; Μια απρόσμενη συνάντηση με το ‘άλλο’ κλιμακωτά αναστατώνει, προβληματίζει, προσθέτει.

Μια ιστορία για την ανθρώπινη φύση που, σε κάθε εποχή ανά τους αιώνες, είναι συνδεδεμένη με τη συντροφικότητα και την αποδοχή του άλλου. Το άλλο, ως ένα πλάσμα, ή ως μια εσωτερική ανακάλυψη ενός βαθύτερου είναι. Σε κάθε περίπτωση, μια συνάντηση που επιβάλλεται για να χρωματίσει και να δώσει πνοή. Με μπλε.

Και ξαφνικά, όλα αλλάζουν και όλα αποκτούν σκοπό…

Σκηνοθεσία: Nτέιβιντ Νεγρίν
Σκηνικά-Κοστούμια: Ντέιβιντ Νεγρίν
Υποκριτική διδασκαλία: Άννα Μονογιού
Χορογραφίες: Χριστίνα Φωτεινάκη
Βοηθοί Σκηνογράφου: Νάσια Πλέτση
Κατασκευή σκηνικού: Χρήστος Χαμζαλάρης
Ειδικές κατασκευές: Κώστας Γεροδήμος, Παναγιώτης Ζουμπούλης
Επικοινωνία: Άντζυ Νομικού

ΕΡΜΗΝΕΥΟΥΝ

Παντελής Πάγκαλος
Αναστασία Καπρέτσου

Κάθε Σάββατο στις 16:00

Διάρκεια: 65’ χωρίς διάλειμμα

Εισιτήρια:
Γενική Είσοδος: 10 ευρώ
Φοιτητικό, ανέργων: 8 ευρώ
Παιδικό κάτω των 12 ετών: 8 ευρώ

Προπώληση: Από 8€

Πηγή: 15.12.2018, newslink