Donations

Η σκηνή θα μπορούσε να ήταν βγαλμένη από μια ταινία ή ένα μυθιστόρημα για την κατοχική Αθήνα του 1943: μία ομάδα Γερμανών εισβάλλει σ’ ένα μικρό σπιτάκι στο τέρμα της Αχαρνών, για να διαπιστώσει αν στο εσωτερικό του υπάρχουν Εβραίοι. Η εξώπορτα ανοίγει με θόρυβο και ένας στρατιώτης στέκεται φρουρός ακριβώς μπροστά της, μέχρι ο αξιωματικός και οι υπόλοιποι άνδρες να ερευνήσουν σπιθαμή προς σπιθαμή όλο το οίκημα. Επειτα από αρκετή ώρα, φεύγουν άπραγοι. Δεν έχουν καταλάβει ότι ακριβώς πίσω από την ανοιχτή εξωτερική θύρα, υπάρχει μία ακόμα πόρτα που οδηγεί σε ένα δωμάτιο. Εκεί κρύβεται μια ολόκληρη οικογένεια: ο Κανάρης Κωνσταντίνης, η σύζυγός του και οι δύο γιοι τους. Η τύχη στάθηκε ανέλπιστα στο πλευρό τους. Αλλαζαν συνεχώς κρυψώνες για να προφυλαχθούν. Ομως φαίνεται πως κάτι πήγε στραβά, κάποιος υποψιάστηκε πως οι ένοικοι δεν ήταν χριστιανοί και ειδοποίησε τους Γερμανούς.

Ισως οι γείτονες να παρατήρησαν μια γυναίκα που έβγαινε συχνά από το σπίτι για να αγοράσει λιγοστές προμήθειες συνοδευόμενη από τον δεκάχρονο γιο της. Παρίστανε τη βουβή για να μην καταλάβουν πως τα ελληνικά της ήταν σπαστά. Οπως οι περισσότεροι Θεσσαλονικείς Εβραίοι, είχε για μητρική γλώσσα τα λαντίνο. Ο μικρούλης που αναλάμβανε να κάνει όλες τις συνεννοήσεις ήταν ο Μωυσής Κωνσταντίνης. Μου διηγήθηκε ο ίδιος αυτή τη φοβερή ιστορία της σωτηρίας τους, εβδομήντα χρόνια αργότερα.

«Εμάς μας σκέπασε τότε ο Θεός και γλιτώσαμε. Ομως από εκείνη την ημέρα δεν έπαψα ποτέ να σκέφτομαι όλους αυτούς που δεν στάθηκαν εξίσου τυχεροί με εμένα και τους δικούς μου. Ηταν ένας από τους λόγους που αποφάσισα να ασχοληθώ τόσο με την εβραϊκή κοινότητα της Ελλάδας», μου είχε πει τότε.

Ο Κωνσταντίνης χαρακτηριζόταν από τη σεμνότητά του. Δεν ασχολήθηκε απλώς. Εγινε μία από τις ηγετικές μορφές της κοινότητας, αφήνοντας το αποτύπωμά του τόσο στο Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο, όπου διετέλεσε πρόεδρος για πολλά χρόνια, όσο και στην ίδρυση Εβραϊκού Μουσείου της Ελλάδος. Κορυφαία, όμως, ήταν και η συμβολή του στο θεμελιώδες ζήτημα της αναγνώρισης από την ελληνική πολιτεία της σημασίας του Ολοκαυτώματος. Με ενέργειές του και βέβαια την ομόφωνη απόφαση της Βουλής των Ελλήνων, καθιερώθηκε το 2004 η 27η Ιανουαρίου ως Ημέρα Μνήμης Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος. Στον βαθμό που τα αγκάθια της δυσπιστίας και της μισαλλοδοξίας απέναντι στην ελληνική εβραϊκή κοινότητα έχουν σήμερα εκλείψει, είναι και δικό του κατόρθωμα.

Η πορεία του δεν ήταν τυχαία. Η επιδραστικότερη μορφή στη ζωή του ήταν ο πατέρας του, τον οποίο λάτρευε. Ο Ελκανά (Κανάρης) Κωνσταντίνης καταγόταν από τη Ζάκυνθο. Είχε ζήσει για λίγο στην Κέρκυρα προτού βρεθεί στην Αθήνα και γίνει γενικός επιθεωρητής στα περίφημα «3Τ» (ταχυδρομεία, τηλέγραφος, τηλέφωνα). Είχε χρηματίσει πρώτος πρόεδρος του ΚΙΣ μετά τον πόλεμο.
Στο γραφείο του πατέρα του, ο Μωυσής ήρθε σε επαφή με τα γραμματόσημα και τις εφημερίδες. Από πολύ μικρός μάζευε αποκόμματα αλλά κυρίως γραμματόσημα. Αυτό το συνέχισε σε όλη του τη ζωή, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους Ελληνες φιλοτελιστές. Για να τον τιμήσουν, τα ΕΛΤΑ στη σειρά «Μορφές του φιλοτελισμού» που εξέδωσαν πέρυσι, συμπεριέλαβαν ένα γραμματόσημο με το πρόσωπό του – το μοναδικό που είχε άνθρωπο εν ζωή. Από το 1973 μέχρι και τον θάνατό του εργαζόταν ως ειδικός σύμβουλος φιλοτελισμού στα Ελληνικά Ταχυδρομεία. Επί 45 χρόνια, κάθε πρωί στις 6.30 ήταν στο γραφείο του – κάτι που συνεχίστηκε μέχρι και τρεις μήνες πριν από το θάνατό του. Θεωρείτο δικαίως ο μοναδικός Ελληνας πραγματογνώμονας σε θέματα γραμματοσήμων. Παράλληλα, υπήρξε σύμβουλος σε μεγάλες ελληνικές και ξένες επιχειρήσεις. Το ήθος του, η ακεραιότητά του και κυρίως η αφοσίωσή του, του έδιναν κύρος. Στην προσωπική επαφή ήταν πάντοτε πράος και γλυκός άνθρωπος. Μιλούσε στοχαστικά και αφού πρώτα είχε σκεφθεί πώς θα διατυπώσει τις σκέψεις του.

Ο Μωϋσής Κωνσταντίνης και η σύζυγός του Γκρατσιέλα Μπουρλά, πλαισιωμένοι από δύο ακόμα γενιές της οικογένειάς του: από αριστερά προς τα δεξιά, τον γαμπρό του Σάμη Νεγρίν, την κόρη του Ελιάννα Κωνσταντίνη, τη νύφη του Τάλυ Μαΐρ, το γιο του Άρη Κωνσταντίνη και, στην κάτω σειρά, τα έξι εγγόνια του.

Κηδεμόνας μνήμης

Παράλληλα με το επάγγελμά του, ασχολείτο εθελοντικά με θέματα εβραϊσμού. Κύριο μέλημά του ήταν η σύσφιγξη των σχέσεων της ελληνικής πολιτείας με τον ελληνικό εβραϊσμό, η καταπολέμηση του αντισημιτισμού και η ανάδειξη της ιστορίας των εβραϊκών κοινοτήτων όλης της Ελλάδας, ακόμα και των πιο μικρών ή όσων δεν είχαν πια καθόλου μέλη. Το 1977, μαζί με τον τότε πρόεδρο της Κοινότητας Αθηνών Νούλη Βιτάλ και τον εκ Σμύρνης Ηλία Αλμοσλίνο, είχε την ιδέα να ιδρυθεί ένα εβραϊκό μουσείο στην Αθήνα για να εκτεθούν κάποια από τα αντικείμενα που είχαν κατασχέσει οι Βούλγαροι από τους εκτοπισμένους εβραϊκούς πληθυσμούς της Βορείου Ελλάδος. Τα αντικείμενα αυτά –θρησκευτικά σκεύη, έγγραφα, κοσμήματα– είχαν παραδοθεί στην κοινότητα μέσα σε τσουβάλια. Κάποια εξ αυτών βρίσκονται στην έκθεση της μόνιμης πια στέγης του ΕΜΕ στην οδό Νίκης. «Ηταν αναμφισβήτητα ένας εκ των τριών σκαπανέων για την ίδρυση και μετά ακολούθησε ο Φρέντι Αμπραβανέλ, ο Σαμ Μπερνουμπή και εγώ για να προχωρήσει η υπόθεση», θυμάται ο Μάκης Μάτσας.

Στα 13 χρόνια που ήταν πρόεδρος του ΚΙΣ συνεργάστηκε στενά με δήμους και κοινότητες για να τοποθετηθούν μνημεία αλλά και αναθηματικές στήλες για τη μακραίωνη παρουσία των Ελλήνων Εβραίων σε διάφορα μέρη της χώρας μας. Ενδυνάμωσε τους δεσμούς με την Εκκλησία. Τον είχε, μάλιστα, βραβεύσει το Πατριαρχείο. Συχνά συνόδευε Ελληνες επισήμους σε επισκέψεις τους στο Ισραήλ με τον στόχο να οικοδομηθεί μια στιβαρή διπλωματική αλλά και οικονομική σχέση ανάμεσα στις δύο χώρες. Με δική του πρωτοβουλία βγήκε, άλλωστε, από τα ΕΛΤΑ και το γραμματόσημο για την επέτειο των 25 ετών από την έναρξη διπλωματικών σχέσεων Ελλάδος και Ισραήλ. Δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει βιβλία είτε για τα αγαπημένα του γραμματόσημα και τα ταχυδρομεία, είτε για εβραϊκά θέματα.

Ηταν πάνω απ’ όλα ένας τρυφερός σύζυγος για την Γκρατσιέλα και εκπληκτικός πατέρας και παππούς, πάντα δίπλα στα παιδιά του τον Αρη και την Ελιάννα και τα έξι εγγόνια του. Μοναδικό του μέλημα να τα αποκαταστήσει σε όλα τα επίπεδα και να περάσουν καλύτερα χρόνια από τα δύσκολα που πέρασε εκείνος.

«Ο πόνος τον έκανε σοφό» είχε πει κάποτε για τον Μωυσή Κωνσταντίνη ο φίλος και γείτονάς του Διονύσης Σαββόπουλος. Είχε δίκιο.

Πηγή: Μαργαρίτα Πουρνάρα, 20.10.2018, Καθημερινή