Donations

«Ολα ξεκίνησαν με τη μουσική». Αυτή είναι η απροσδόκητη απάντηση που δίνει στην «Κ» ο Ισραηλινός ταξιδιωτικός πράκτορας, Μπένι Λεβί, για να εξηγήσει έναν από τους λόγους που οι συμπατριώτες του επισκέπτονται κατά κύματα πλέον την Ελλάδα. Ηταν στα τέλη της δεκαετίας του ’50, όταν ο Καλαματιανός Αρης Σαν έφτασε στο Τελ Αβίβ, όπου έμελλε να εξελιχθεί στον πιο δημοφιλή τραγουδιστή της δεκαετίας του ’60 και τον πρώτο πρέσβη της ελληνικής μουσικής στο Ισραήλ.

«Τον δρόμο που άνοιξε ο Σαν, ακολούθησαν εν συνεχεία πολλοί Ελληνες καλλιτέχνες, με προεξάρχουσα τη Γλυκερία, που όχι μόνον έδινε συχνά συναυλίες στο Τελ Αβίβ αλλά τραγούδησε και σε εβραϊκό στίχο», διηγείται ο 52χρονος ταξιδιωτικός πράκτορας, ο οποίος ήταν ανέκαθεν φανατικός υποστηρικτής της Ελλάδας. «Η οικογένειά μου προερχόταν από τα περίχωρα του Τσανάκαλε, είχαν επομένως ζήσει πολύ στενά με Ελληνες, η γιαγιά μου έκανε διακοπές στην Καβάλα» εξηγεί, «γεννήθηκα στο Ισραήλ, μεγαλώνοντας μαζί με τη γιαγιά μου, έμαθα πολλές ελληνικές λέξεις». Από τα δεκαπέντε του «οργώνει» ως ταξιδιώτης τη χώρα μας και δεν κρύβει τη χαρά του, που εκατοντάδες χιλιάδες Ισραηλινοί ακολουθούν σήμερα το παράδειγμά του. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, 400.000 πολίτες του Ισραήλ επισκέφθηκαν το 2017 την Ελλάδα, ενώ πολλοί εκτιμούν ότι το τρέχον έτος θα φτάσουν το μισό εκατομμύριο.

Από το ’70 οι Ισραηλινοί άκουγαν ελληνική μουσική, έντεχνη αλλά και εμπορική, σε πάρτι και οικογενειακές γιορτές, σε ταξί και εστιατόρια. Ωστόσο, το καλό κλίμα δεν «μεταφραζόταν» σε επισκεψιμότητα λόγω των γεωπολιτικών συγκυριών. Εως τότε για διακοπές επέλεγαν τα παράλια της Τουρκίας, που δεν απείχαν πολύ και προσέφεραν οικονομικά τουριστικά πακέτα. Η εν λόγω τάση σταμάτησε το 2010 μετά το επεισόδιο με το πλοίο «Mavi Marmara» και το «πάγωμα» των διμερών σχέσεων Ισραήλ – Τουρκίας.

Τότε, οι Ισραηλινοί αναζητώντας κάποιον άλλο ενδιαφέροντα ταξιδιωτικό προορισμό, κατέληξαν στην Ελλάδα. «Πολλοί διατηρούσαν τρυφερές μνήμες από νεανικές διακοπές στην Ιο και θέλησαν να γνωρίσουν ως ενήλικες άλλα Κυκλαδονήσια, όπως τη Μύκονο και την Πάρο, οι περισσότεροι πάντως έψαχναν ξενοδοχεία στα δημοφιλή έως τότε θέρετρα, στην Κρήτη, στη Ρόδο και στην Κέρκυρα», θυμάται ο κ. Λεβί, «στην αρχή νόμιζαν ότι θα βρουν τα all inclusive ξενοδοχεία της Αττάλειας». Χρόνο με τον χρόνο, όμως, αντιλήφθηκαν τον ελληνικό τύπο… διακοπών και άρχισαν να τον απολαμβάνουν στο έπακρο.

«Μια μεγάλη κατηγορία είναι όσοι έρχονται αποκλειστικά για τη μουσική», τονίζει ο Ακης Ρόμπισα, ταξιδιωτικός πράκτορας στη Θεσσαλονίκη, μιλώντας για την ανθρωπογεωγραφία των τουριστών. «Ερχονται ακόμα και για ένα Σαββατοκύριακο, το οποίο αφιερώνουν σε clubs, μπουζούκια και μουσικά μεζεδοπωλεία». Μια επόμενη μεγάλη αριθμητικά ομάδα είναι «όσοι επιλέγουν την Ελλάδα επειδή αγαπούν την Ιστορία, μεταξύ των οποίων και εκείνοι που αναζητούν το κομμένο νήμα της δικής τους οικογενειακής ιστορίας».

Οι εβραϊκές κοινότητες

Οπως είναι αναμενόμενο την τιμητική της έχει η Θεσσαλονίκη, η «Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων», που επί Μπουτάρη μετατράπηκε σε έναν φιλόξενο τόπο για ανθρώπους εβραϊκής καταγωγής. «Ωστόσο, αντίστοιχα επισκεπτόμαστε άλλες πόλεις που είχαν κάποτε σημαντικές εβραϊκές κοινότητες, όπως τη Λάρισα, τον Βόλο, τα Ιωάννινα και τη Βέροια». Παραδόξως, πολλοί Ισραηλινοί επιλέγουν τη χώρα μας για να ζήσουν γιορτές, όπως το Πάσχα. «Αυτό δίνει συχνά κίνητρο σε πολλούς ξενοδόχους να ανοίξουν νωρίτερα τις επιχειρήσεις τους, καθώς το εβραϊκό Πάσχα προηγείται του χριστιανικού», διευκρινίζει ο κ. Ρόμπισα.

Ισραηλινούς συναντάμε εξίσου στη Σαντορίνη και στην Πορταριά, στη Ζάκυνθο (νησί των Δικαίων) και στα Ζαγοροχώρια και μάλιστα όλες τις εποχές. «Μια πολυμελής οικογένεια έκανε εδώ Πάσχα και ένας blogger έγραψε για το κτήμα μας» περιγράφει την απαρχή των αφίξεων από Ισραήλ σε ξενοδοχείο της ορεινής Αχαΐας η ιδιοκτήτριά του Σουζάνα Φωκαεύς, επιβεβαιώνοντας ότι υπάρχουν εξίσου Ισραηλινοί «εναλλακτικοί» ταξιδιώτες, που είναι έτοιμοι να ανακαλύψουν άγνωστες γωνιές της Ελλάδας. «Είναι κοντά στη δική μας νοοτροπία, τους αρέσει να αράζουν με τον καφέ ή το τσίπουρό τους». Μην εκπλαγείτε, ωστόσο, αν τους συναντήσετε και σε κάποιο πολυκατάστημα. «Δεν επιτρέπεται να επιστρέψουν χωρίς δώρα για τα παιδιά και τα εγγόνια τους», καταλήγει ο κ. Ρόμπισα.

Πηγή: Ιωάννα Φωτιάδη, 04.03.2018, Καθημερινή