Donations

Η κυρία Νάκη Ματαθία Μπέγα, σήμερα 92 ετών είναι η μοναδική Θεσσαλή επιζήσασα του Ολοκαυτώματος. 17χρονο κορίτσι, μαζί με την μητέρα της και τις δυο αδελφές της, πιάστηκαν όμηροι στην Εβραϊκή συνοικία των Τρικάλων, στις 24 Μαρτίου 1944 και στάλθηκαν στο στρατόπεδο Άουσβιτς Μπίρκεναου. Ήταν μια από τους 139 Εβραίους των Τρικάλων που οδηγήθηκαν στα χιτλερικά στρατόπεδα.

Από την οικογένειά της, επέστρεψε μόνο εκείνη κι έσμιξε με τον πατέρα της που είχε μείνει πίσω. Μέσα σε ένα χρόνο, έχασε και τον πατέρα της. Μετά παντρεύτηκε στην Λάρισα και έκανε οικογένεια με τον Αλμπέρτο Μπέγα. Σήμερα χαίρεται τα τρία της παιδιά και τα έξι εγγόνια της.

Το νούμερο 77092 που χάραξαν στο χέρι της κ. Νάκη Ματαθία Μπέγα οι Ναζί στο Άουσβιτς, θα την συνοδεύει πάντα. Οι μνήμες της θα την συνοδεύουν πάντα.

Την συνέντευξη που έδωσε στο trikalanews.gr επιλέξαμε να την δημοσιεύσουμε ατόφια ως μαρτυρία, όπως ακριβώς την κατέθεσε και όπως βγήκε από την απομαγνητοφώνηση. «Να μην ξεχάσουμε ποτέ, γιατί δυστυχώς, ο Νεοναζισμός ξαναζεί» ήταν η τελευταία φράση που κατέθεσε η κ. Νάκη Ματαθία Μπέγα, στο trikalanews.gr .

• Η μαρτυρία

«Μας πιάσανε στα Τρίκαλα στις 24 Μαρτίου 1944. Την μαμά μου, τις δυο αδελφές μου κι εμένα. Τέσσερα άτομα από την οικογένειά μου είχαμε πιαστεί. Μας βάζανε αμέσως στα αυτοκίνητα. Ο μπαμπάς μου δεν είχε πιαστεί γιατί είχε την ελληνική ταυτότητα και δούλευε και δεν τον πιάσανε. Ύστερα πήγε στα χωριά με κάτι άλλους συγγενείς μας που είχαν φύγει. Και εμείς είχαμε φύγει, είχαμε πάει σε ένα μοναστήρι όταν μας είπαν να δηλωθούμε. Δεν είχαμε δηλωθεί. Τι κι αν δεν είχαμε δηλωθεί πάλι μας πιάσανε. Εγώ ήμουν η μικρότερη. Ήμουνα 17 χρονών. Τα σπίτια μας εμάς τον Εβραίων, ήταν κοντά το ένα με το άλλο στην Εβραϊκή συνοικία των Τρικάλων.

Με τα αυτοκίνητα μας πήγαν στην Λάρισα. Μείναμε 10 μέρες. Μας πιάσανε Παρασκευή και φύγαμε από την Λάρισα την επόμενη Δευτέρα. Είχε έρθει ο Ερυθρός Σταυρός και μας είχε δώσει τρόφιμα.

Μετά μας έβαλαν στα τρένα. Στοιβαχτήκαμε σε τρένα που ήταν για ζώα, σαν ζώα. O ένας πάνω στον άλλο. Μικρά παιδιά, άντρες, γυναίκες, έγκυες, γέροντες. Όλοι μαζί. Είχαν βάλει μέσα δοχεία για να κάνουμε την ανάγκη μας. Τα βαγόνια είχαν ένα παραθυράκι μικρό που δεν βλέπαμε τίποτα.

Μετά από μέρες 13 μέρες φτάσαμε στην Πολωνία, στο Άουσβιτς Μπίρκεναου και μας έβαλαν τα νούμερα στα χέρια. Εμένα μου έβαλαν το νούμερο 77092.

Μόλις κατεβήκαμε δεν την ξαναείδαμε την μαμά μου. Μας έλεγαν «θα ανταμώσετε, θα ανταμώσετε». Αλλά δεν ανταμώσαμε. Την πήγαν αμέσως στο κρεματόριο. Την έβαλαν μαζί με άλλους μέσα στα αυτοκίνητα και εμάς με τα πόδια μας πήγαν στο μπάνιο.

Μας κόψανε σύριζα τα μαλλιά και μας έβαλαν στο λουτρό. Μας πήραν τα δικά μας ρούχα και μας έβαλαν παλιόρουχα.

Στα καταλύματα μας έβαλαν πολλούς μαζί, μείναμε λίγες μέρες και μετά μας χώρισαν ανάλογα με την δουλειά που έπρεπε ο καθένας να κάνει.

Κάθε πρωί μας έβγαζαν έξω να μας μετρήσουν. Πέντε πέντε. Όπου πηγαίναμε ήμασταν στη σειρά και περπατούσαμε με βήμα.

Η μεσαία η αδελφή μου, είχε περάσει υγρά πλευρίτιδα. Ήταν πολύ ευαίσθητη. Δεν άντεξε. Πέθανε στο νοσοκομείο. Όπως σας είπα, μας είχαν πάρει όλα τα ρούχα στα λουτρά κι εκείνη ήταν ευαίσθητη από την υγρά πλευρίτιδα. Αρρώστησε. Την πήγαν στο νοσοκομείο. Μου είπε κάποια άλλη που ήταν μαζί στο νοσοκομείο, ότι πέθανε.

Η μεγάλη μου η αδελφή είχε πάει να πάρει, κάτι να φάει, πίσω από τα μαγειρεία, εκεί που πετούσαν τις φλούδες από τις πατάτες και τα ρεπάνια που μας έδιναν να τρώμε και την είδε ένας Γερμανός και την χτύπησε στο κεφάλι με το γκλόπ. Την χτύπησε πολύ στο κεφάλι.

Μας μέτραγαν για να μην φύγουμε. Που να πάμε; Εκεί γύρω γύρω ήταν όλο συρματοπλέγματα. Μας έδιναν ένα τσάι και μας έβαζαν σε διάφορες δουλειές.

Εγώ δούλευα κάνοντας παλιόρουχα λωρίδες. Φέρνανε αυτοί τα ρούχα κι εμείς τα κάναμε λωρίδες και πλέκαμε κοτσίδες για να καθαρίζουν τα όπλα. Αλλά έπρεπε οι κοτσίδες να είναι γερές. Έρχονταν ο Γερμανός το απόγευμα και τις δοκίμαζε να είναι γερές.
Ύστερα από εκεί, μετά από καιρό, μας πήγαν σε ένα άλλο στρατόπεδο συγκέντρωσης, το Μπέργκεν – Μπέλζεν. Εκεί μας βάλανε να δουλεύουμε σε τόρνους. Με την δεύτερη την αδελφή μου την μεγάλη, ήμασταν μαζί.

Ύστερα που άρχισαν να χάνουν τον πόλεμο οι Γερμανοί μας πήραν και μας πήγαν μέσα σε μια πόλη, σε ένα μεγάλο κτήριο. Εκεί μάλλον στρατός θα έμενε. Είχε πολλούς ορόφους και είχε κρεβάτια το ένα πάνω στο άλλο.

Σε αυτό το κτίριο πήραμε ότι βρήκαμε στις κουκέτες και σκεπαστήκαμε και ήπιαμε νερό.

Πριν μας ανεβάσουν πάνω στο κτίριο, μας χώρισαν. Εκεί πήρανε την αδελφή μου που ήταν χτυπημένη στο κεφάλι. Τι την έκαναν; Την σκότωσαν; Δεν ξέρω.

Και έμεινα μόνη μου.

Μόλις ελευθερωθήκαμε και φύγαμε από κει, βαδίζαμε 22 μέρες. Συναντήσαμε τον στρατό που περνούσε. Οι Ρώσοι ήταν. Το πρωί βαδίζαμε και το βράδυ μας αφήνανε και το πρωί, πάλι περπατούσαμε.

Ύστερα φτάσαμε σε ένα χωριό – ποιο μέρος ήταν; ξέραμε; – άρχισαν σιγά σιγά να μας αφήνουν. Πιο κάτω μας άφησαν κι εμάς.

Εντωμεταξύ είχαμε γεμίσει ψείρες. Γιατί εκεί, στο στρατόπεδο, μας έβαζαν τα ρούχα στον κλίβανο, ενώ περπατώντας μέσα στην βρωμιά είχαμε γεμίσει ψείρα.

Εμείς δεν ξέραμε ούτε που βρισκόμασταν ούτε τι μέρος ήταν αυτό. Ξιπόλητες, πήγαμε στα σπίτια και ζητιανεύαμε να μας δώσουν ρούχα.

Ήμασταν πέντε Ελληνίδες. Τρεις από τα Ιωάννινα, μια από την Κέρκυρα κι εγώ. Και από τον φόβο που είχαμε πάρει, είπε η μια, «καλύτερα να μην πούμε ότι είμαστε Εβραίες». Και δεν είπαμε.

Μετά πήγαμε μαζί με κάποιους εργάτες που είχαν πάει στη Γερμανία να δουλέψουν. Ούτε που μας κακοποιούσαν, ούτε τίποτα. Μας έδιναν το φαγητό και περπατούσαμε.

Από τις 8 Μάιου που μας άφησαν, φτάσαμε στην Ελλάδα, 15 Αυγούστου. Ακριβώς.

Τον τελευταίο καιρό που περπατούσαμε, συναντήσαμε πολλούς Θεσσαλονικείς. Εκεί πια φανερωθήκαμε ότι ήμασταν Εβραίες και πήγαμε μαζί τους στο Μπάρι στην Ιταλία και φύγαμε με το πλοίο.

Ύστερα που γύρισα βρήκα τον μπαμπά μου. Στην Αθήνα. Ήταν μια αδελφή της μαμάς μου εκεί. Τα ξαδέλφια μου με μάζεψαν και ειδοποίησαν τον μπαμπά μου να έρθει στην Αθήνα.

Μετά που μας πήραν την μαμά μου, τις αδελφές μου κι εμένα, ο μπαμπάς μου δεν μπορούσε στα Τρίκαλα και πήγε στο Βόλο. Είχε ένα αδελφό εκεί. Ζούσε και η γιαγιά μου, ακόμη. Η μητέρα του. Όταν τον ειδοποιήσανε ότι γύρισα, με χαρά μεγάλη ήρθε στην Αθήνα. Με πήρε στο Βόλο. Αλλά δυστυχώς αρρώστησε και στο χρόνο, πέθανε. 48 ετών ήταν.

Στα Τρίκαλα δεν γυρίσαμε. Το σπίτι μας είχε βομβαρδιστεί. Δεν μπορούσαμε να πάμε να δούμε εκεί που μας είχαν πιάσει όλους.
Ο μπαμπάς μου πέθανε στην Αθήνα. Πηγαίνω στον τάφο του.

Μετά που πέθανε ο μπαμπάς μου πήγα στα Τρίκαλα. Είχα ξαδέλφια. Αλλά τώρα έχουν φύγει όλοι. Στα Τρίκαλα δεν έμεινα πολύ.
Στο χρόνο πάνω, παντρεύτηκα. Έκανα τρία παιδιά.

Έχω τρία παιδιά και έξι εγγόνια.

Αυτό που θέλω να πω είναι: Να μην ξεχάσουμε ποτέ. Γιατί δυστυχώς, ο Ναζισμός, ξαναζεί. Να μην ξεχάσουμε ποτέ».

Πηγή: Λέλα Κατεχάκη, 27.01.2019, trikalanews