Donations

Σταματημένο στον χρόνο, στέκει εδώ και περίπου δύο αιώνες στα Άνω Λαδάδικα, το Μπενσουσάν Χαν, το παλαιότερο σωζόμενο χάνι της Θεσσαλονίκης, διατηρημένο με τέτοιο τρόπο που σχεδόν σε μεταφέρει σ’ εκείνη την εποχή.

Ιδιοκτήτης του οικοπέδου και του ακινήτου ήταν ο Σαμουήλ Μπενσουσάν, εβραίος έμπορος εκείνης της εποχής και γι’ αυτό επικράτησε η ονομασία “Μπενσουσάν Χαν”, δηλαδή το Χάνι του Μπενσουσάν. «Στην ουσία, επρόκειτο για ένα ….hostel εκείνου του καιρού, αφού στο πανδοχείο δεν κοιμόσουν μόνος αλλά νοίκιαζες ένα από τα πολλά κρεβάτια», εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Μπενσουσάν Χαν, Στέλιος Ντοκούζ, προσθέτοντας ότι τα παλαιότερα στοιχεία του κτιρίου βρίσκονται στο υπόγειο, όπου είναι διακριτά τα χειροποίητα τούβλα στην τοιχοποιία.

«Υπάρχουν αρχεία οθωμανικά, που αναφέρουν ότι τα θεμέλια και το ισόγειο του κτιρίου υπήρχαν ήδη από το 1810 και σιγά σιγά αναγέρθηκε ο πρώτος όροφος. Βέβαια, κατά τη διάρκεια όλων των ετών της λειτουργίας και της χρήσης του κτιρίου, έχουν γίνει πολλές αλλαγές και μεταγενέστερες προσθήκες, όπως το χειροκίνητο ασανσέρ στο υπόγειο, που έγινε μετά το 1920, με το οποίο μετέφεραν τα πράγματα από το υπόγειο στο ισόγειο», διευκρινίζει.

Εκτιμάται δε ότι ο σταβλισμός των ζώων στο ισόγειο είχε και μια άλλη χρησιμότητα καθώς η θερμότητα των σωμάτων τους μεταδίδονταν στον πρώτο όροφο, όπου κοιμόντουσαν ταξιδιώτες και έμποροι.

Το οκτάγωνο αίθριο και οι 7 κοιτώνες

Ανεβαίνοντας τη μαρμάρινη σκάλα, ο επισκέπτης φτάνει στο οκτάγωνο αίθριο με τον πανύψηλο τζαμωτό θόλο, που συνδέει και τα 7 δωμάτια, τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους με πόρτες.

«Εκτιμάται ότι επικοινωνούσαν όλα τα δωμάτια για να μπορούν να διαφύγουν πιο εύκολα οι ένοικοι σε περίπτωση πυρκαγιάς γιατί ο χώρος φωτίζονταν από λάμπες πετρελαίου θυέλης», λέει ο κ. Ντοκούζ, προσθέτοντας ότι κάθε δωμάτιο είχε από 10-15 κρεβάτια. «Το εντυπωσιακό είναι ότι ο χώρος ‘μεταβάλλεται”, όπου στέκεσαι και δίνει στον επισκέπτη μια διαφορετική του εικόνα», τονίζει, δείχνοντας από τα τεράστια παραθυρόφυλλα τη θέα που κάποτε ήταν η θάλασσα και το λιμάνι. «Γι’ αυτό άλλωστε και στην περιοχή – στα Λαδάδικα- είχαν χτιστεί δεκάδες χάνια, γιατί βρίσκονταν κοντά στην είσοδο του λιμανιού, όπου έμποροι έρχονταν από παντού για να πουλήσουν την πραμάτεια τους, αλλά και κοντά στην πόλη».

Περισσότερο από έναν αιώνα μετά την ανέγερση του πανδοχείου, το 1930, τα παιδιά του Σαμουήλ Μπενσουσάν πούλησαν όλο το ακίνητο σε έναν μεγαλέμπορο της Θεσσαλονίκης, τον Βασίλειο Ζωτιάδη, και το κτίριο άλλαξε πολλές φορές τρόπο χρήσης. Κατά καιρούς στέγασε καταστήματα με υφάσματα, μπαχαρικά, αποικιακά είδη και ψιλικά στο ισόγειο και στον όροφο, τα δωμάτια μετατράπηκαν σε δικηγορικά και συμβολαιογραφικά γραφεία. Η τελευταία γνωστή χρήση του ήταν τις δεκαετίες 1970 και 1980, όταν στον επάνω όροφο υπήρχαν τελωνειακά γραφεία και στο ισόγειο τα περίφημα για την εποχή μπαχαρικά “Billys”.

«Το 1996, το κτίριο εγκαταλείφθηκε για να επαναλειτουργήσει ολοκληρωτικά το 2012 ως χώρος φιλοξενίας παραστάσεων και εκθέσεων. Βέβαια, το γεγονός ότι στην πάροδο των χρόνων είχε αλλάξει χρήση και λειτουργία ήταν αυτό που έσωσε το κτίριο διότι τα υπόλοιπα χάνια της περιοχής, εγκαταλείφθηκαν σταδιακά και γκρεμίστηκαν. Επιπλέον, το 2007, μια ομάδα καλλιτεχνών νοίκιασε το ισόγειο του κτιρίου από την τρέχουσα ιδιοκτήτρια, κληρονόμο του Ζωτιάδη, Ρούλα Παπανάγνου, με σκοπό να το χρησιμοποιήσει αρχικά ως αποθηκευτικό χώρο για ογκώδη σκηνικά και θεατρικά αντικείμενα. Αυτή η κίνηση καθόρισε τη σημερινή αναβίωση του κτιρίου ως χώρο φιλοξενίας για σημαντικές και συχνά πρωτοποριακές καλλιτεχνικές και πολιτιστικές δράσεις», αναφέρει ο κ. Ντοκούζ, ξεκαθαρίζοντας ότι στο κτίριο έγιναν μόνο στεγανοποιητικές και σταθεροποιητικές εργασίες ώστε να είναι ασφαλές.

«Δεν έχουμε αγγίξει τίποτα σε σχέση με ανακαίνιση ή αναμόρφωση του κτιρίου και γι’ αυτό έχει στοιχεία απ’ όλες τις εποχές και φέρει με έκδηλο τρόπο την φθορά του και την ιστορία του».

Συνήθως, μάλιστα, οι παραστάσεις στο κτίριο είναι περιηγητικές, δηλαδή το κοινό πηγαίνει από δωμάτιο σε δωμάτιο για να δει την επόμενη σκηνή. Στη σοφίτα του φιλοξενούνται σεμινάρια, εργαστήρια και ομιλίες, στο υπόγειο πιο ατμοσφαιρικές βραδιές με προβολές και εκθέσεις. «Στόχος μας είναι», τονίζει ο κ. Ντοκούζ, «επειδή κάθε χρόνο έχουμε και μεγαλύτερη ζήτηση, εκτός από το κτίριο, που έχει ανακηρυχθεί διατηρητέο, να ανακηρυχθεί διατηρητέα και η τρέχουσα χρήση του ως χώρος πολιτισμού και τέχνης».

Το φάντασμα του Μπενσουσάν Χαν

Ο ίδιος ο καλλιτεχνικός διευθυντής του κτιρίου, Στέλιος Ντοκούζ, συστήνεται ως το φάντασμα του πανδοχείου, αφού το πρωτογνώρισε το 2012 και έκτοτε παρέμεινε “αλυσοδεμένος” μαζί του.

«Συμμετείχα ως ηθοποιός στο ‘Θέατρο του Άλλοτε’, που ανέβασε το 2012 στο Μπενσουσάν Χαν την παράσταση “Φόβος”, βασισμένη σε κείμενα του Edgar Allan Poe και είχα μια σχεδόν μεταφυσική εμπειρία, ένιωσα έντονα την ιστορία του κτιρίου», αφηγείται ο ο κ. Ντοκούζ, ο οποίος αποφάσισε στη συνέχεια να παραμείνει στο κτίριο και να ξεναγεί σ’ αυτό τους επισκέπτες μεταδίδοντας έτσι την αγάπη του.

Άλλωστε, όπως καταλήγει στην ξενάγησή του, «κανείς δεν βγαίνει ίδιος από το Μπενσουσάν Χαν».

Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΝΙΚΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΙΔΗΣ,  www.lifo.gr