Donations

Ενα κουτί γεμάτο από παλιές κιτρινισμένες φωτογραφίες, καρτ ποστάλ και μικροαντικείμενα που έφτασε πριν 15 χρόνια, από τη Θεσσαλονίκη στα χέρια του Γάλλου γιατρού Μωρίς Σουστιέλ, ήταν η αφορμή για το βιβλίο του «Λεωφόρος Ωσμάν 146», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εξάντας.
Θα μπορούσε να είναι ακόμη μία, ενδιαφέρουσα μεν αλλά ακόμη μία, ιστορία Εβραίων από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν είναι. Θα μπορούσε να είναι ακόμη ένας απόγονος Εβραίων που βρήκε αρχειακό υλικό και το κατέγραψε. Δεν είναι.Για να είμαστε ακριβείς, είναι όλα αυτά μαζί και ταυτόχρονα δεν είναι.

Ο Μωρίς Σουστιέλ είναι ένας διακεκριμένος Γάλλος γιατρός, με ειδίκευση στην καρδιολογία και στη θεραπευτική ύπνωση.

Πριν από δεκαπέντε χρόνια έφτασε στα χέρια του ένα δέμα από Θεσσαλονίκη. Ανοίγοντάς το, βρήκε ένα κουτί γεμάτο από παλιές κιτρινισμένες φωτογραφίες, καρτ ποστάλ και μικροαντικείμενα από τη θεία Ραχήλ Σουστιέλ. Εκείνη η ηλικιωμένη κυρία, που τη θυμάται να χαμογελάει συνεχώς, ήταν η τελευταία συγγενής που είχε απομείνει από τη σεφαραδίτικη οικογένεια του πατέρα του, Ζοζέφ.

Πολλοί συγγενείς του είχαν χαθεί στο Ολοκαύτωμα, η θεία είχε πεθάνει και η τελευταία της επιθυμία ήταν να αποσταλεί το δέμα στον ανιψιό της στη Γαλλία. Ηταν ο μόνος εν ζωή.

Ο Μωρίς ξεκίνησε έρευνα, αξιολόγησε και κατέγραψε το περιεχόμενο «μνήμης και ιστορίας» του κουτιού και έγραψε το βιβλίο «Λεωφόρος Ωσμάν 146», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εξάντας.

«Ο πατέρας Ζοζέφ και η μητέρα μου Ιρέν ήταν έμποροι ειδών ισλαμικής τέχνης. Ηρθαν από τη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη στο Παρίσι και εκεί έζησαν τον πόλεμο. Εξαιτίας ενός Ιταλού συνεργάτη των ναζί, σώθηκαν. Ο Εμανουέλ Μπρουνάτο έσωσε πολλούς Εβραίους τότε. Η μητέρα μου τον θεωρούσε θεόσταλτο σωτήρα. Οι γονείς μου δεν μας μιλούσαν ποτέ για τα χρόνια του πολέμου. Βάφτισαν και εμένα και τ’ αδέρφια μου καθολικούς, ώστε σε περίπτωση που ξαναγινόνταν ένα Ολοκαύτωμα να μην κινδυνεύαμε. Τόσος ήταν ο φόβος τους, τόσο μεγάλο ήταν το τραύμα τους», μας λέει, ενώ μας συστήνεται.

«Είμαι γιατρός. Τα τελευταία χρόνια θεραπεύω μέσω της ύπνωσης. Σε κάθε τέτοια θεραπευτική διαδικασία υπάρχει πάντα ένα βασικό, κοινό θέμα: η αναζήτηση της ταυτότητας. Και πάντα, σε κάθε θεραπεία, προκύπτει η ίδια ερώτηση: ποιος είμαι;».

«Σχεδόν πάντα, το ζήτημα της ταυτότητας συμπληρώνεται από αυτό του τραύματος. Οι γονείς και τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια μου, που δεν είναι πλέον εν ζωή, έζησαν αυτό το τραύμα: αγωνίστηκαν να μείνουν ζωντανοί, όντας Εβραίοι ανάμεσα σε Γερμανούς ναζί και τους Γάλλους συνεργάτες τους. Ο αδερφός μου Ζαν ήταν πέντε ετών όταν ο “γιατρός” Μοντανόν τον “εξέτασε” για να διαπιστώσει τι είναι! Τι σημαίνει αυτό, ακόμα αναρωτιέμαι… τι ήθελε να δει; Αν είναι άνθρωπος; Αν είναι Εβραίος; Αν είναι άξιος να συνεχίσει να ζει; Μεγαλώνοντας τον ρωτούσα συνεχώς για το τι έζησε τότε. Δεν μου είπε ποτέ. Ούτε γι’ αυτό ούτε για τον πόλεμο της Αλγερίας στον οποίο πήρε μέρος. Και τα δύο γεγονότα ήταν σαν βιασμός για κείνον. Το τραύμα του αυτό έμεινε για πάντα στη σιωπή».

«Το ίδιο συνέβη και με την αδερφή μου Ελέν που ήταν μικρό κοριτσάκι όταν αναγκάστηκε να δεχτεί την αγκαλιά ενός αξιωματικού των SS. Οταν έγινε η απελευθέρωση της Γαλλίας, ένας Αμερικανός στρατιώτης τής πρόσφερε μια τσίχλα με γεύση μέντας. Ολη της τη ζωή είχε πάντα στο βάθος του λαιμού της αυτή τη γεύση της μέντας, να της θυμίζει το εύθραυστο της ύπαρξης».

«Οι γονείς μου ποτέ δεν μας μίλησαν για τα χρόνια του φόβου. Οταν ρωτούσαμε, μας έλεγαν “πηγαίνετε να παίξετε”. Ακόμα κι όταν αποφάσισα να γράψω το βιβλίο, η ηλικιωμένη πλέον μητέρα μου μού είπε: “Καλύτερα να μην ασχοληθείς μ’ αυτό”»…

Γιατί, λοιπόν, ασχολήθηκε;

«Ερεύνησα και κατέγραψα μια ιστορία, που είναι μεν της οικογένειάς μου, αλλά δεν μου ανήκει. Ανήκει σε όλους μας. Υπό την έννοια ότι η απάντηση στην αναζήτηση της ταυτότητας είναι διπλά θεραπευτική: και για τον γράφοντα και για τον αναγνώστη. Επιπλέον, υπάρχει η σιωπή. Η σιωπή που συνοδεύει την απόκρυψη της αλήθειας, των γεγονότων. Τραύμα είναι και το να ζεις αυτά τα γεγονότα αλλά και το να μη θέλεις να τα ξαναζήσεις με τη μνήμη σου. Αυτό στο λέω και σαν γιατρός: και η άρνηση της αλήθειας και η γνώση αυτής είναι τραύμα. Προσωπικά, προτιμώ το δεύτερο. Γιατί το μεγαλύτερο μπλοκάρισμα που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος είναι να μην μπορεί να εκφράσει αυτό που νιώθει. Δες το σήμερα με τα “κίτρινα γιλέκα”: δεν ξέρουν ακριβώς πώς να εκφράσουν το τραύμα που φέρουν. Οι λέξεις είναι αυτές που θεραπεύουν. Βέβαια, σε κάποιες περιπτώσεις, οι λέξεις αυτές και αυτές που σκοτώνουν».
Ο Μωρίς Σουστιέλ ήρθε στην Ελλάδα «γιατί είναι και αυτή πατρίδα μου, γιατί ήθελα να βγει το βιβλίο και στα ελληνικά».

Ο Μωρίς Σουστιέλ έγραψε αυτό το βιβλίο γιατί ήθελε να καταλάβει γιατί ποτέ δεν μίλησε ο πατέρας του. «Ηθελα να καταλάβω αυτή τη σιωπή και να κληροδοτήσω στον εαυτό του το τραύμα. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει θεραπεία».

«Πάντα θα υπάρχει κάποιος “ιεροδικαστής Μοντανόν” που θα προσπαθήσει να σου βάλει μια ταμπέλα. Πάντα θα υπάρχει ένας ρατσιστής που θα προσπαθήσει να σε μειώσει – ή και να σε σκοτώσει ακόμη. Η ζωή όμως είναι ένα θαύμα. Είμαι ευτυχισμένος που ζω. Αν το σκεφτούμε αυτό, αυτή τη ζωή την οποία έχουμε λάβει ως κοινή κληρονομιά παρ’ όλες τις διαφορές μας, τότε κανείς δεν θα μπορεί πια να γίνει ρατσιστής, ούτε δολοφόνος».

🔖 Το βιβλίο «Λεωφόρος Ωσμάν 146» του Μωρίς Σουστιέλ (μτφρ. Λίλα Κονομάρα) κυκλοφορεί σε πολύ προσεγμένη έκδοση από τις εκδόσεις Εξάντας, που επαναλειτουργούν. Προλογίζει η σπουδαία Γαλλίδα συγγραφέας, ειδική στην εβραϊκή Ιστορία, Μπριζίτ Πεσκίν.

Πηγή: 30.03.2019, efsyn