Donations

Της Δρ. Μαρίας Σιδηροπούλου*

Η διδακτορική διατριβή με τίτλο: «Οι Έλληνες Εβραίοι στη Μεταπολεμική Ελλάδα: Οι διαδρομές μιας Ταυτότητας», υποστηρίχθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου του 2018, στο Τμήμα Θεολογίας, στην Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ., από την Δρ. Μαρία Χ. Σιδηροπούλου και Επιστημονική Συνεργάτιδα στο Εργαστήριο Κοινωνικής Έρευνας της Θρησκείας και του Πολιτισμού (ΕΚΕΘΡΗΠΟ, Α.Π.Θ). Η διατριβή φιλοδοξεί να σκιαγραφήσει το πορτρέτο της μοντέρνας ταυτότητας των Ελλήνων και Ελληνίδων Εβραίων σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Λάρισα και Βόλο, με χρονολογικό ορόσημο το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και το Ολοκαύτωμα, στο πλαίσιο της σύγχρονης και κατά επίπεδα εκκοσμικευμένης ελληνικής κοινωνίας.

Βασικά μεθοδολογικά εργαλεία της έρευνας είναι ο συγκερασμός τόσο ποιοτικών όσο και ποσοτικών μεθόδων, όπως η συμμετοχική παρατήρηση, που έλαβε χώρα κατά βάση στα μέρη, όπου οι ΙΚ εδρεύουν και έχουν ενεργό δράση στην Ελλάδα. Κατά τη μεθοδολογική διαδικασία κατέστη άκρως βασική η φυσική παρουσία από την πλευρά της μελετήτριας, που αποσκοπούσε στην άμεση παρατήρηση των κοινωνικο-κοινοτικών και θρησκευτικών ελληνο-εβραϊκών δρώμενων, στις τέσσερις ακόλουθες ελληνο-εβραϊκές εστίες: αρχικά, στην ΙΚ Θεσσαλονίκης, μετέπειτα, στην ΙΚ Αθηνών, στην πορεία, στην ΙΚ Λάρισας και στο τέλος, στην ΙΚ Βόλου. Η συνολική χρονική διάρκεια του ερευνητικού εγχειρήματος στο πεδίο της έρευνας υπολογίζεται περίπου στα δύο χρόνια, από τον Μάρτιο του 2015 μέχρι και τον Ιούνιο του 2017. Για να υπάρξει η επιτυχής έκβαση της ερευνητικής προσπάθειας, η μέθοδος της παρατήρησης συνδυάστηκε με το ερευνητικό εργαλείο των δομημένων συνεντεύξεων. Η συλλογή των δεδομένων διενεργήθηκε από τον Σεπτέμβριο του 2016 έως τον Ιούνιο του 2017, στις τέσσερις ελληνικές πόλεις: της Αθήνας (49,3%), της Θεσσαλονίκης (28,7%), της Λάρισας (14,7%) και του Βόλου (7,3%), ενώ στην έρευνα συμμετείχαν 150 άτομα, η πλειοψηφία των οποίων γεννήθηκε στην Αθήνα (44%).

Πιο διεξοδικά, τα ευρήματα από την έρευνα, φανερώνουν ότι: το 52,7% του δείγματος συμμετέχει σε όλα τα επίπεδα της κοινοτικής ζωής, συγκεκριμένα, η μεγάλη πλειοψηφία του δείγματος (54,7%) αφιερώνει από μία (1) έως τέσσερις (4) ώρες την εβδομάδα σε δραστηριότητες εβραϊκού ενδιαφέροντος, ενώ ένα ποσοστό της τάξης του 9,3% δηλώνει ότι, δεν συμμετέχει καθόλου.

Περίπου οι μισοί συμμετέχοντες (51,3%) θεωρούν ότι, η κοινότητα στην οποία ανήκουν, βασίζεται, τόσο στη θρησκευτική πίστη όσο και στην κοινή εθνοτική καταγωγή. Δε χωράει αμφιβολία ότι, η εθνοτική ταυτότητα λειτουργεί ενοποιητικά, συνδράμοντας στην ενίσχυση του ανήκειν και ενός συμβολικού αισθήματος της οικογένειας, καθώς, επισημαίνεται: «Δεν θεωρώ ότι είμαστε πολύ θρήσκοι, είμαστε πιο πολύ ‘secular’ («κοσμικοί»), αλλά τηρούμε τα ήθη, έθιμα, παραδόσεις και το νιώθουμε σαν έθνος, είναι ένας συνδυασμός…». Συγχρόνως, το 41,3% των ερωτηθέντων προκρίνει την εβραϊκή ταυτότητα, ως πιο σημαντική και το 22,7% την εβραϊκή κουλτούρα.

Στη συνέχεια, μολονότι τα μισά περίπου υποκείμενα (50,7%), δηλώνουν ότι η θρησκευτική πίστη έχει μεγάλο έως πολύ μεγάλο ρόλο στην ύπαρξη και τη λειτουργία της ΙΚ, εντούτοις, η πλειοψηφία των συμμετεχόντων (58,7%), υποστηρίζει ότι η διερεύνηση του ρόλου της θρησκευτικής πίστης στη ζωή των ερωτηθέντων διαδραματίζει λίγο, έως καθόλου σημαντικό ρόλο στην καθημερινή ζωή τους.
Η συντριπτική πλειοψηφία και ειδικότερα οι ερωτηθέντες στην Αθήνα, θεωρούν ότι το σημαντικότερο πρόσωπο για τη διατήρηση των εθνο-θρησκευτικών εθίμων είναι ο Ραββίνος (70%) και μετέπειτα, ακολουθούν οι πρεσβύτεροι (46,7%) και οι γυναίκες (45,3%).

Οι τωρινές ενδείξεις υποδηλώνουν ότι οι ερωτηθέντες αυτο-προσδιορίζονται στην πλειονότητα ως Έλληνες/δες Εβραίοι/ες (68%), βάσει δηλαδή μιας ταυτότητας, στις δυο πλευρές της οποίας αποδίδουν ίση βαρύτητα, με ενισχυμένη τη δυναμική της ελληνικής συνιστώσας, εφόσον πολλοί υπογραμμίζουν: «Εδώ μεγαλώσαμε, εδώ γεννηθήκαμε!».

Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 52% του δείγματος αυτο-αποκαλείται ως «Εκκοσμικευμένος/η Εβραίος/α» και μόλις το 2% ως «Ορθόδοξος/η», ενώ, το 14% υποστηρίζουν ότι δεν ακολουθούν κάποιο δόγμα ή είναι άθεοι/ες. Ενδεικτικά, τονίζουν ότι: «…Ακολουθώ τις παραδόσεις της θρησκείας μου, ταυτόχρονα θεωρώ ότι δεν έχω καμιά απολύτως διαφορά με τους συνανθρώπους μου και ούτε ακολουθώ πιστά έναν εβραϊκό τύπο ζωής για να διαχωρίζομαι. Ζω σε μια κοινωνία με όλους τους ανθρώπους που δεν ξέρουν και δεν ξέρω πιο είναι το θρήσκευμά τους, είναι μια προσωπική υπόθεση που δεν αφορά τους άλλους, αφορά την ιδιωτική πίστη. Με αυτήν την έννοια, είμαι κοσμικός Εβραίος…».

Σχετικά με την εθνο-τοπική καταγωγή, οι περισσότεροι συμμετέχοντες, δηλώνουν ότι έχουν σεφαραδίτικη, ισπανο-εβραϊκή καταγωγή (68,7%), ενώ όσοι αποδέχονται μια ιδιαίτερη εθνοτοπική παράδοση, η σημασία της έγκειται, κατ’ αυτούς, στο γλωσσικό ιδίωμα (54,6%), στα θρησκευτικά έθιμα (38%) και τις διατροφικές συνήθειες (37,3%).

Ακολούθως, η συντριπτική πλειοψηφία (68%) δηλώνει ότι συμμετέχει μόνο στις μεγάλες θρησκευτικές εορτές και ειδικότερα, το Πέσαχ (92,7%), το Γιομ Κιπούρ (90,7%) και το Ρως Ασανά (82%), ενώ ένα μικρό ποσοστό (3,3%), δεν ακολουθεί καμία γιορτή.

Περίπου οι μισοί συμμετέχοντες (54%) αναφέρουν ότι δεν πιστεύουν στην έλευση του Μεσσία και σχολιάζουν ότι: «Ο Μεσσίας είναι ο κάθε άνθρωπος…». Σχετικά με την τήρηση της αργίας του Σαββάτου, η μεγάλη πλειοψηφία του δείγματος (66%) δεν ακολουθεί τη θρησκευτική αργία, αιτιολογώντας την επιλογή ως εξής: «Κάνω ευχάριστα για εμένα πράγματα».

Αναφορικά με το βαθμό επίγνωσης των ατόμων για την εβραϊκή τους ταυτότητα, οι περισσότεροι (82,7%), υποστηρίζουν ότι υπάρχουν κι’ άλλες πτυχές της κοινωνικής, κοσμικής ζωής τους. Αναμφίβολα, οι ερωτώμενοι μεταχειρίζονται ξεκάθαρα την ελληνική γλώσσα στον καθημερινό λόγο τους, ως το μέσο επικοινωνίας με τον άλλο (96,0%).

Στις σύγχρονες ταυτοτικές διακλαδώσεις της εβραϊκής ταυτότητας, παρατηρείται ότι η μνήμη του Ολοκαυτώματος (99,4% «Σημαντική ή Πολύ Σημαντική») αναδεικνύεται η πλέον σημαντική συνιστώσα, ακολουθούν η γνώση της εβραϊκής ιστορίας (84,6%), η εξοικείωση και το ενδιαφέρον για την εβραϊκή κουλτούρα (77,4%), και η αίσθηση του ανήκειν στον εβραϊκό λαό (76,3%).

Όσον αφορά την ελληνο-εβραϊκή παρουσία στο δημόσιο χώρο, διατηρεί διακριτικά και πολύπλευρα την ιδιαίτερη ταυτότητά της στην ελληνική κοινωνία, καλλιεργώντας συγχρόνως άριστες σχέσεις με τους υπόλοιπους συμπολίτες, καθώς όπως προκύπτει από την έρευνα, η μεγάλη πλειοψηφία των ερωτώμενων (85,3%), διατηρεί φιλίες και συνεργασίες τόσο με Εβραίους όσο και με μη Εβραίους. Σχετικά με τα κοινά γνωρίσματα, που οι ερωτηθέντες θεωρούν ότι έχουν με τους υπόλοιπους Έλληνες πολίτες, το 78,7% κατονομάζει την ελληνική ταυτότητα και το 68,6% τον ελληνικό πολιτισμό και την παράδοση.

Σε σχέση με την πρόκληση της συνάντησης των εβραϊκών παραδόσεων με τις χριστιανικές εορτές, η συντριπτική πλειοψηφία εορτάζει ή συμμετέχει τόσο στις παραδόσεις της Ορθοδοξίας, όσο και στις ελληνικές εθνικές εορτές, με έναν κοσμικό όμως τρόπο (Πρωτοχρονιά 96,70%, Χριστούγεννα 76,70%, Χ.Ο. Πάσχα 77,30%), σεβόμενοι τις επικρατούσες παραδόσεις.

Αναφορικά με τη σχέση των ερωτώμενων με το σύγχρονο Κράτος του Ισραήλ, παρέχει στους ίδιους την αίσθηση της ασφάλειας (82,7%), θεωρείται το πνευματικό κέντρο (42,7%) και η πατρίδα τους (34,7%). Πιο ειδικά, η δυναμική της διασύνδεσης καταγράφεται στις μεγαλύτερες ηλικίες, ως μια δικλίδα ασφαλείας που θα απέτρεπε ένα δεύτερο Ολοκαύτωμα, αλλιώτικα αξιολογείται ως η δεύτερη πατρίδα μετά την Ελλάδα, υπό μία συμβολική έννοια: «Είναι η πατρίδα των Εβραίων ως Εβραίοι, αλλά η πατρίδα μου είναι η Ελλάδα, το Ισραήλ είναι η δεύτερη πατρίδα μας».

Τέλος, για τη μελλοντική πορεία του ελληνικού εβραϊσμού, η καταπολέμηση του αντισημιτισμού (87,3%) αναδεικνύεται ως ζήτημα, στο οποίο θα πρέπει να δώσει πρωτεύουσα σημασία το Κ.Ι.Σ.Ε και σε δεύτερο λόγο, η διάδοση και διατήρηση του εβραϊκού πολιτισμού (65%).

Καταληκτικά, από την έρευνα τεκμαίρεται ότι: η εβραϊκή ταυτότητα παραμένει διακριτή στην σύγχρονη ελληνική κοινωνική πραγματικότητα, ως μια υβριδική και ευμετάβλητη ταυτότητα, καθώς διακρίνεται για την πολιτιστική ετερογένειά της. Η διαμόρφωση μιας εναλλακτικής και μοντέρνας πολιτιστικής εβραϊκής ταυτότητας υπερισχύει της αμιγώς ιουδαϊκής, καθιστώντας ευκολότερη τη συναναστροφή των Ελληνο-Εβραίων με άτομα εκτός του εθνο-θρησκευτικού περιβάλλοντός τους και εντός της ελληνικής κοινωνίας και ειδικότερα της τοπικής κοινωνίας της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, της Λάρισας και του Βόλου.

Αν κάτι διαδραματίζει συσπειρωτικό ρόλο για τη συλλογική οντότητα, αυτό είναι η δυναμική των ιουδαϊκών παραδόσεων και εορτών, επειδή η σημερινή σημασία τους δεν είναι απαραίτητα θρησκευτική αλλά κοινωνικο-πολιτιστική, εφόσον συνιστούν την αφορμή συγκέντρωσης, την αιτία επανασύνδεσης και τον λόγο κοινωνικοποίησης. Στην πραγματικότητα, αυτό που συγκροτεί τους συμμετέχοντες είναι το πολιτισμικό στοιχείο της μακραίωνης εβραϊκής ιστορίας, εμπειρίας και παράδοσης. Οι ίδιοι, ενώ αντιλαμβάνονται την απομείωση της θρησκευτικής αναφοράς στο κοινωνικό πεδίο, ταυτόχρονα όμως, της αποδίδουν κεντρικό ρόλο στη διαδικασία συμβολικής συγκρότησης των μελών της κοινότητας σε συλλογικό σώμα.

Εν τέλει, όπως προκύπτει από την έρευνα, στην ελληνική πραγματικότητα, επικρατεί μια νεωτερική, εξατομικευμένη και εκκοσμικευμένη εβραϊκή ταυτότητα, η ιουδαϊκή διάσταση της οποίας έχει αποδυναμωθεί. Κατά αυτόν τον τρόπο, το αίσθημα της συλλογικής υπερηφάνειας και συνοχής ενισχύεται σε ένα εθνοτικο-πολιτιστικό επίπεδο, καθώς η συσπειρωτική δυναμική εμπλουτίζεται από παραδοσιακά τυπικά, σε συνάρτηση όμως με κοσμικές αναφορές, με την πλειοψηφία να υιοθετεί μια εξατομικευμένη προσέγγιση των ηθικών, θρησκευτικών και κοινωνικών προοπτικών.

Ευχαριστίες
Πολλές ευχαριστίες για την ακαδημαϊκή τους υποστήριξη και καθοδήγηση καθ’ όλη τη διάρκεια της έρευνας, οφείλω, τόσο στην κ. Νίκη Παπαγεωργίου Αν. Kαθηγήτρια Α.Π.Θ., όσο και στον κ. Χρήστο Ν. Τσιρώνη, Επ. Kαθηγητή Α.Π.Θ. Επίσης, ένα ιδιαίτερο χρέος ευγνωμοσύνης απευθύνω στους εκατό πενήντα (150) Ελληνο-Εβραίους/ες, που συμμετείχαν στην έρευνα σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Λάρισα και Βόλο.

Τονίζεται ότι, τα εμπειρικά δεδομένα που καταγράφηκαν από τα ευρήματα της διδακτορικής έρευνας είναι ενδεικτικά, αφορούν το πεδίο της κοινωνιολογίας της θρησκείας και σε καμία περίπτωση δεν εξαντλούν το ζήτημα της εξέτασης της μοντέρνας ελληνο-εβραϊκής ταυτότητας στην Ελλάδα. Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να διεξαχθούν περεταίρω ποιοτικές αλλά και ποσοτικές επιστημονικές μελέτες.

*Η Μαρία Χ. Σιδηροπούλου είναι Διδάκτωρ Ηθικής και Κοινωνιολογίας, Επιστημονική Συνεργάτιδα στο ΕΚΕΘΡΗΠΟ, Α.Π.Θ.