Donations

Έναν από τους θεμελιωδέστερους πυλώνες μιας σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας αποτελεί η λεγομένη «διάκριση των εξουσιών». Πρόκειται για την αρχή εκείνη, σύμφωνα με την οποία οι τρείς βασικές εξουσίες του δημοκρατικού πολιτεύματος (η νομοθετική, η εκτελεστική και η δικαστική) ασκούν αυτοτελώς το λειτούργημά τους και τα όργανα της μιας δεν παρεισφρέουν στο πεδίο δραστηριοτήτων της άλλης. Οι τρεις αυτές εξουσίες είναι υπεύθυνες για την διάρθρωση του κρατικού πυρήνα, ενώ όσο πιο έντονη είναι η επιρροή ενός κράτους στην πολιτική, οικονομική και εν γένει κοινωνική ζωή των κατοίκων του, τόσο περισσότερο αυτό καθίσταται «πατερναλιστικό».

Συγκεκριμένα η δικαστική εξουσία επιτελεί μια επιπρόσθετη, ζωτικής σημασίας λειτουργία, για την κατοχύρωση των δημοκρατικών θεσμών: έχει την ευθύνη για τον έλεγχο των άλλων δυο εξουσιών. Αυτός ο έλεγχος, πρακτικά εφαρμόζεται με δύο τρόπους: πρώτον, με την αδιαπραγμάτευτη συνταγματική κατοχύρωση ενός βασικού πυρήνα ατομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Δεύτερον, με τη συνεχή επαγρύπνηση για την τήρηση των θεμελιωδών αυτών δικαιωμάτων, καθώς και την αποφυγή παρερμηνείας τους. Ασφαλής δείκτης λοιπόν, για τη διαπίστωση της δημοκρατικής αξίας ενός πολιτεύματος, συνιστά η ποιότητα του ελέγχου που ασκείται εκ μέρους των οργάνων της δικαστικής εξουσίας.

Είναι σαφές πως το πολιτικό σύστημα του Ισραήλ κινείται στο πλαίσιο των φιλελεύθερων δημοκρατιών δυτικού τύπου. Στο σύμπλεγμα των κρατών της Μέσης Ανατολής αποτελεί αναμφίβολα τη μοναδική φιλελεύθερη δημοκρατία, αφού τα γειτονικά του κράτη και περιοχές, είτε κυβερνώνται από απολυταρχικά καθεστώτα (Μπασάρ Ασαντ στη Συρία και Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας), είτε κινούνται με πολύ αργούς ρυθμούς προς την φιλελευθεροποίησή τους (Αίγυπτος και Ιορδανία). Κατ’ αποτέλεσμα, είναι ασφαλές να υποστηριχθεί πως το Ισραήλ όχι μόνο συνιστά μια νησίδα φιλελευθερισμού, που εξασφαλίζει ένα βασικό επίπεδο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε μια από τις πιο πολυτάραχες περιοχές του πλανήτη, αλλά αντιπροσωπεύει ταυτόχρονα, τις αξίες του δυτικού πολιτισμού, οι οποίες αποτελούν αυτή τη στιγμή την καλύτερη ελπίδα για την επικράτηση της ειρήνης στη Μέση Ανατολή.

Καθίσταται, έτσι, σαφής η γεωπολιτική σημασία του κράτους του Ισραήλ και παρατηρούμε από μια πολιτική σκοπιά τον λόγο, για τον οποίο οι ΗΠΑ και οι μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης λειτουργούν πολλές φορές σαν «εταίροι» του Ισραήλ, προσπαθώντας να φτάσουν σε μια συμφωνία ειρήνης με τα αραβικά κράτη και μορφώματα (χαρακτηριστικό παράδειγμα η «Συμφωνία του Όσλο» – η οποία συμπλήρωσε πριν από μερικές μέρες 25 χρόνια από την υπογραφή της).

Οι παραπάνω λόγοι προβάλλουν την αναγκαιότητα το Ισραήλ να λειτουργεί, στο μέτρο του δυνατού, σαν μια γνήσια φιλελεύθερη δημοκρατία που θα επιδιώκει ουσιαστικά τη μεγαλύτερη δυνατή προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των πολιτών του. Όχι (μόνο) από άποψη ηθική ή επειδή μια τέτοια διακυβέρνηση συμβαδίζει περισσότερο με τις αξίες που αντιπροσωπεύει ο δυτικός πολιτισμός (άρα μας αρέσει περισσότερο), αλλά κυρίως από άποψη λειτουργική, καθώς η πραγματικότητα δείχνει πως μόνο αυτού του είδους και ποιότητας η διακυβέρνηση, αυξάνει τις πιθανότητες επίτευξης μιας ισορροπίας και ηρεμίας στην Μέση Ανατολή.

Ποια είναι, επομένως, η «ποιότητα» της φιλελεύθερης δημοκρατίας του Ισραήλ και σε ποίο βαθμό επιτυγχάνεται τελικά, ο στόχος της διασφάλισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των πολιτών του;
Ένα από τα φλέγοντα ζητήματα που απασχόλησε πρόσφατα την κοινωνία του Ισραήλ είναι η ψήφιση του επίμαχου νομοσχεδίου, που προβλέπει ότι το θεμελιώδες δικαίωμα της αυτοδιάθεσης ανήκει μόνο στον εβραϊκό πληθυσμό της χώρας. Συγκεκριμένα, το νομοσχέδιο προέβλεπε πως: «Το Ισραήλ αποτελεί την ιστορική πατρίδα του εβραϊκού λαού και πως αυτοί [οι Εβραίοι] έχουν ένα αποκλειστικό δικαίωμα στον εθνικό αυτοπροσδιορισμό τους». Ταυτόχρονα, με το ίδιο νομοσχέδιο η αραβική γλώσσα καθαιρείται από επίσημη γλώσσα του κράτους και υποβιβάζεται σε γλώσσα με «ειδικό καθεστώς» (special status). Αναλυτικότερα, το νομοσχέδιο προτάθηκε από το δεξιό κυβερνόν κόμμα Likud και πέρασε χάρη σε αυτό, στο πλαίσιο της αιρετικής πολιτικής που έχει επιλέξει να ακολουθήσει ο πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου.

Τόσο οι βουλευτές της αντιπολίτευσης στην Κνέσσετ, όσο και εκπρόσωποι του αμερικάνικου εβραϊσμού, εξέφρασαν την ανησυχία τους για την εμφανή προσπάθεια του πρωθυπουργού να εφαρμόσει ένα καθεστώς απαρτχάιντ, στο οποίο θα υφίσταται διάκριση ανάμεσα στους πολίτες του Ισραήλ με βάση το θρήσκευμά τους. Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό, να λάβει κανείς υπόψη ότι ο αραβικός πληθυσμός ανέρχεται στα 1.8 εκατομμύρια, αντιπροσωπεύοντας έτσι το 20% του συνολικού πληθυσμού. Εκπρόσωποι της σημαντικότατης αυτής αραβικής μειονότητας στο Ισραήλ τονίζουν με κάθε ευκαιρία, πως αντιμετωπίζονται στην καθημερινή τους ζωή ως πολίτες «δεύτερης κατηγορίας», ενώ η ψήφιση του νομοσχεδίου έρχεται να νομιμοποιήσει τη ρατσιστική συμπεριφορά, εκ μέρους των κρατικών θεσμών.

Το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης βρίσκεται στον πυρήνα της προστασίας της ανθρώπινης αξίας, αποτελεί αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα και λαμβάνει μια πληθώρα εκφάνσεων που αφορούν σε κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Συγκεκριμένα το νέο νομοσχέδιο παρέχει νομικό έρεισμα για την προστασία του εβραϊσμού της διασποράς, τη διευκόλυνση της μετανάστευσης Εβραίων στο Ισραήλ (Aliyah), την επίσημη χρήση του εβραϊκού ημερολογίου και άλλες διακηρύξεις, που εμπεδώνουν τον εβραϊκό χαρακτήρα του κράτους. Την ίδια στιγμή όμως, με το πρόσχημα της παγίωσης του κράτους του Ισραήλ, ως της ιστορικής πατρίδας των Εβραίων απανταχού της γης, επιδιώκεται ένας δευτερεύων επεκτατικός στόχος, αυτός της αποστέρησης του δικαιώματος της ισότητας από την αραβική μειονότητα. «Το κράτος εναποθέτει εθνική σπουδαιότητα στην ανάπτυξη των εβραϊκών αποικιών και θα ενεργήσει με τρόπο, ώστε να ενθαρρύνει και να προάγει την εγκατάσταση και σταθεροποίησή τους», προβλέπει ο νέος νόμος, νομιμοποιώντας έτσι τις αποικίες Ισραηλινών στα αμφισβητούμενα εδάφη. Δυο ακόμη άρθρα, επρόκειτο να συμπεριληφθούν στο νομοσχέδιο: το ένα θα επέτρεπε τη δημιουργία συνοικιών αποκλειστικά για τους Εβραίους πολίτες, το δεύτερο θα επέβαλλε στο Ανώτατο Δικαστήριο να κρίνει με γνώμονα το «εβραϊκό συμφέρον», όταν αυτό συγκρούεται με την δημοκρατική αρχή. Τα δυο άρθρα προκάλεσαν τέτοια αντίδραση από την αντιπολίτευση, με αποτέλεσμα να αφαιρεθούν από το νομοσχέδιο.

Ως αντεπιχείρημα στην επεκτατική και άκρως εθνικιστική πολιτική που εφαρμόζει ο Νετανιάχου, μπορεί να αντιτάξει κανείς το εξής: το κράτος του Ισραήλ δημιουργήθηκε, ως ένα καταφύγιο του εβραϊκού λαού και δίκαια επιδιώκει την προστασία μόνο των Εβραίων κατοίκων του, αφού άλλωστε μόνο αυτοί θα έπρεπε να απολαμβάνουν τα προνόμια που τους προσφέρει το κράτος. Μάλιστα, μια τέτοια άποψη θα ενισχυόταν από το γεγονός, πως το έδαφος του Ισραήλ καλύπτει γεωγραφικά μόλις το 0,2 % του εδάφους που καλύπτουν συνολικά, όλα τα άλλα αραβικά κράτη, επομένως ο αραβικός πληθυσμός του Ισραήλ θα μπορούσε ενδεχομένως, να μετοικήσει σε οποιοδήποτε από τα 22 κράτη με κατεξοχήν αραβικό πληθυσμό, στην Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική.

Οφείλουμε ωστόσο, να είμαστε απόλυτοι. Όχι, ο διωγμός των πολιτών ισλαμικού θρησκεύματος από το Ισραήλ δεν είναι η λύση. Όχι, η διαμόρφωση ενός καθαρά εβραϊκού κράτους δεν είναι η λύση. Η ίδια η διακήρυξη της ανεξαρτησίας του Ισραήλ το 1948, η πηγή που νομιμοποιεί τη σύγχρονη εξουσία του κράτους, αναφέρει ρητά και ξεκάθαρα την «ίδρυση ενός κράτους, που θα αναπτύσσεται προς όφελος όλων των πολιτών του. Θα θεμελιώνεται στις αρχές της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης. Θα διασφαλίζει την ισότητα κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων όλων των πολιτών του». Η πρακτική που ακολουθείται από την κυβέρνηση Νετανιάχου προσβάλλει ευθέως την πιο βασική αξία του δημοκρατικού πολιτεύματος, την αρχή της ισότητας. Κανένας ισχυρισμός και σίγουρα όχι αυτός που προτάσσεται από τον πρωθυπουργό περί ικανοποίησης της επιθυμίας της πλειοψηφίας, δε θεραπεύει την προκειμένη κατάφωρη παραβίαση.

Γιατί η ουσία της δημοκρατίας έγκειται μεν στην αρχή της πλειοψηφίας, άλλα όταν η αρχή αυτή έρχεται σε σύγκρουση με ένα αδιαπραγμάτευτο κεκτημένο της μειονότητας, εδώ την αρχή της ισότητας, είναι αδιαπραγμάτευτο πως θα πρέπει να διασφαλισθεί η προστασία της αρχής αυτής. Διότι με τη σειρά της, μια τέτοια καταπάτηση του δικαιώματος ενός Άραβα πολίτη να τον μεταχειρίζεται με όμοιο τρόπο σε όμοιες καταστάσεις με τον Εβραίο συμπολίτη του, ανοίγει την κερκόπορτα σε κάθε είδους κρατική αυθαιρεσία, με αποτέλεσμα το κράτος του Ισραήλ να απομακρύνεται ακόμα περισσότερο από τις δημοκρατικές αξίες, τις αξίες πάνω στις οποίες αυτό οικοδομείται εξ’ ιδρύσεως.

Οδηγούμαστε, λοιπόν, στο εξής συμπέρασμα: το κράτος του Ισραήλ είναι τόσο ένα εβραϊκό κράτος, όσο και ένα δημοκρατικό κράτος. Τα δυο αυτά συστατικά στοιχεία δε χρειάζεται να αλληλοαποκλείονται, αντιθέτως επιβάλλεται να επιδιώκεται η πρακτική εναρμόνισή τους. Και όταν, βέβαια, θίγονται οι θεμελιώδεις αξίες της δημοκρατίας, εκεί δε θα τίθεται θέμα εναρμόνισης αλλά αυταρχικής επιβολής του εβραϊκού χαρακτήρα στο δημοκρατικό πολίτευμα. Κάτι τέτοιο δεν πρέπει να γίνεται ανεκτό από τον θεσμό της δικαιοσύνης, η οποία οφείλει να προβλέπει εκείνες τις ασφαλιστικές δικλείδες, που θα αποτρέπουν την κατάλυση της δημοκρατίας.

Αποτελεί υποχρέωση του Ανώτατου Δικαστηρίου να παρέμβει, όταν κρίνει πως ένας νόμος δεν συνάδει με τους ισχύοντες νόμους και παραβιάζει τις θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές, προκειμένου να τον καταστήσει παράνομο και να διαφυλάξει έτσι, την ουσία της δημοκρατίας.

Παρά τα αδιαμφισβήτητα επιτεύγματα του Ισραήλ, την αλματώδη πρόοδο που συνεχώς σημειώνει και τις κατακτήσεις του σε κάθε τομέα, ο νόμος περί εβραϊκού εθνικού κράτους αποτελεί μια ήττα. Άλλωστε, ο ίδιος ο Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, όταν ρωτήθηκε σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις του αν το κράτος του Ισραήλ πραγματώνει το στόχο του «Αμ Σεγκουλά» (εκλεκτού λαού), απάντησε «Όχι, αυτή είναι μόνο η αρχή».

Κλείνω επαναλαμβάνοντας, ότι η ίδια η διακήρυξη της ανεξαρτησίας του Ισραήλ το 1948, η πηγή που νομιμοποιεί τη σύγχρονη εξουσία του κράτους, αναφέρει ρητά και ξεκάθαρα την «ίδρυση ενός κράτους, που θα αναπτύσσεται προς όφελος όλων των πολιτών του• θα θεμελιώνεται στις αρχές της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης• θα διασφαλίζει την ισότητα κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων όλων των πολιτών του».

(Κεντρική φωτογραφία: Ο Δαβίδ Μπεν Γκουριόν ανακηρύσσει την ανεξαρτησία του Ισραήλ στις 14 Μαΐου 1948, κάτωαπό την εικόνα του Θεόδωρου Χερτσλ οραματιστή του σύγχρονου εβραϊκού κράτους)

Πηγή: Σαμ Ναμίας*, Άλεφ 70, Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2018

*Ο Σαμ Ναμίας είναι φοιτητής της Νομικής Σχολής Αθηνών.