Donations

Από το 1940 δρούσε στην Κωνσταντινούπολη μια αντιπροσωπεία του Εβραϊκού πρακτορείου η οποία βοηθούσε τους Εβραίους που ζούσαν σε χώρες που βρισκόντουσαν υπό τη Γερμανική κατοχή. Ο τελικός στόχος ήταν, αφού έβρισκαν τρόπο επικοινωνίας μαζί τους, να τους φυγαδεύσουν στην Τουρκία. Έχοντας την άδεια από τις Τουρκικές αρχές και με την υπόσχεση υποστήριξης των Βρετανών, θα προμήθευαν με Παλαιστινιακές βίζες όσους κατάφερναν να φτάσουν ως την Τουρκία.

 Κάποια ονόματα από τα μέλη της αντιπροσωπείας αυτής του Εβραϊκού Πρακτορείου είναι: Ζβι Γεχιέλι (Κιμπούτς «Givat Hayim»,) Ζεβ Σιντ (Κιμπούτς «Hayelet Hashahar»,) Εχούντ Αβριέλ (Κιμπούτς «Neot Mordehai»,) Τέντι Κόλεγκ (Κιμπούτς «Ein Gev»,) Μεναχέμ Μπαντέρ (Κιμπούτς «Mizra»), Βάνια Πόμεραντς (Κιμπούτς «Ramat Rahel»), Μοσέ Αγκάμι και ο Μπέρκοβιτς (Κιμπούτς «Kfar Giladi»).

Προς το τέλος του 1942, όταν έγινε γνωστό ότι ο Ευρωπαϊκός Εβραϊσμός αφανιζόταν από τους Γερμανούς, οι Βρετανοί ανταποκρινόμενοι στις απαιτήσεις της κοινής γνώμης, παρέδωσαν 5.000 Παλαιστινιακές βίζες για παιδιά Βαλκανικών χωρών. Με την οικονομική υποστήριξη της Αμερικανικής Joint Distribution Committee και του Εβραϊκού Πρακτορείου, οι αντιπρόσωποι στην Κωνσταντινούπολη ναύλωσαν πλοία και το 1944 κατάφεραν να φυγαδεύσουν στη χώρα παραπάνω από 5.000 παιδιά, συνοδευόμενα από πρόσφυγες άλλων ηλικιών, από τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Από εκεί τους μετέφεραν με τραίνο στην Παλαιστίνη. Οι ίδιοι αντιπρόσωποι – μετά από συμφωνία με τις Τουρκικές αρχές και τους Βρετανούς – ήταν αυτοί που κατάφεραν να εδραιώσουν μία θαλάσσια δίοδο από τις ακτές του Αιγαίου στο λιμάνι της Σμύρνης. Αυτή η δίοδος έσωσε πάνω από 1.000 Έλληνες Εβραίους από τους Γερμανούς. Αυτή η κίνηση, απ΄ό,τι γνωρίζω, δεν έχει καταγραφεί επίσημα. Νιώθω πως είναι καθήκον μου να διηγηθώ την ιστορία της:

 Εκείνη την εποχή οι Βρετανοί και οι Αμερικάνοι διοικούσαν ένα Κέντρο Πληροφοριών στο Τσεσμέ, μια μικρή πόλη 50χλμ δυτικά της Σμύρνης, που είχε ως στόχο την συλλογή πληροφοριών που αφορούσαν Έλληνες αντάρτες που πολεμούσαν τους Γερμανούς και πιλότους της Βρετανικής πολεμικής αεροπορίας ή αιχμάλωτους πολέμου που κατάφερναν να τους ξεφύγουν. Αυτό το κέντρο πληροφοριών έστελνε σημαντική βοήθεια στους δραπέτες.

 Από το 1940 υπήρχε ήδη κάποιου είδους συνεργασίας μεταξύ της Βρετανικής Ομάδας Ειδικών Επιχειρήσεων και της Εβραϊκής Οργάνωσης Χάγκανα της Παλαιστίνης. Οι Βρετανοί ενδιαφερόντουσαν ιδιαίτερα για τις επιχειρήσεις Εβραίων αλεξιπτωτιστών από την Παλαιστίνη πίσω από τις γραμμές των Γερμανών, ενώ οι Εβραίοι της Παλαιστίνης ήθελαν να σώσουν τους Εβραίους της Ευρώπης από τους Γερμανούς. Έτσι οι Βρετανοί έστειλαν με τα αεροπλάνα τους 32 Εβραίους αλεξιπτωτιστές (3 από τους οποίους ήταν γυναίκες), πίσω από τις Γερμανικές γραμμές. Κάποιοι κατάφεραν να πετύχουν την αποστολή τους ενώ άλλοι εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς. Η ίδια επιχείρηση έλαβε χώρα και στο Αιγαίο. Εκατό χιλιόμετρα δυτικά του Τσεσμέ είναι το νησί της Εύβοιας, που τότε ήταν υπό την κατοχή των Γερμανών. Το νοτιότερο σημείο του νησιού απέχει από το Τσεσμέ μόλις 50χλμ. Την ημέρα το νησί βρισκόταν υπό Γερμανική κατοχή. Μόλις έπεφτε το σκοτάδι, το 7ο τάγμα των δυνάμεων του ΕΛΑΣ έστελνε πληροφορίες στο κέντρο στο Τσεσμέ και έφερνε Βρετανούς δραπέτες σε μικρές βάρκες.

Στο σημείο εκείνο ο αντιπρόσωπος του πολιτικού γραφείου του Εβραϊκού Πρακτορείου, ο Ρούμπεν Σαζλάνι ερχόταν σε επαφή με τον διοικητή της Βρετανικής Ομάδας Ειδικών Επιχειρήσεων στο Κάιρο Αντιπλοίαρχο Τόνυ Σάντερς και τον αντιπρόσωπό του στην Κωνσταντινούπολη, Αντιπλοίαρχο Γουόφσον. Η επικοινωνία μεταξύ της Ελλάδας και του Τσεσμέ είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Σαζλάνι και τον ανώτερό του Σαούλ Μεβέροβ.

Θέλοντας να εξασφαλίσει από την μία πλευρά τη συνεργασία με τους Έλληνες αντάρτες και από την άλλη την ετοιμότητα των Εβραίων της Σμύρνης για την παραλαβή και υποστήριξη των προσφύγων μέχρι να ετοιμαστούν τα νομιμοποιητικά τους έγγραφα από τις Βρετανικές αρχές και να φυγαδευτούν στην Παλαιστίνη, ο Ζεβ Σιντ μετατέθηκε στη Σμύρνη όπου ήρθε σε επαφή με τον Σαμπεθάι Σαλτιέλ, επικεφαλή της Εβραϊκής κοινότητας. Μέσω του Σαλτιέλ ο Σιντ συνάντησε τον Ραφαήλ Μπαρκή που είχε δραπετεύσει από τους Γερμανούς και είχε έρθει από την Ελλάδα στη Σμύρνη. Έμαθε πώς ο Μπαρκής αλληλογραφούσε με τον αδερφό του στην Ελλάδα με τη βοήθεια των ανταρτών και πώς κατάφερνε να στέλνει τρόφιμα, ρούχα και φάρμακα για να διανεμηθούν στους Εβραίους της Αθήνας. Ο Σιντ γνώρισε και έναν διαχειριστή πλοίων τον Μπένι Αρκάντι από τον οποίο εξασφάλισε ένα πλοίο για να βοηθήσει τους αντάρτες στην μεταφορά των Εβραίων προσφύγων. Τον Δεκέμβριο του 1943, ο Μεβέροβ έφτασε στη Σμύρνη για να συντονίσει τις διαδικασίες. Ο Μπαρκής κανόνισε μια συνάντηση μεταξύ των Τόμας, Μεβέροβ, και του διοικητή των Ελληνικών πλοίων, στην οποία συμφωνήθηκε να δίνουν στους αντάρτες τρόφιμα, ρουχισμό και φάρμακα σε αντάλλαγμα της μεταφοράς των προσφύγων.

Σε κάθε άφιξη των προσφύγων, ο Μεβέροβ ή κάποιος από τους άντρες του στη Σμύρνη, θα προσκόμιζε τα χαρτιά τους στην Κωνσταντινούπολη για να αποκτήσουν Παλαιστινιακές βίζες. Εν τω μεταξύ οι πρόσφυγες, μέχρι την αναχώρησή τους για την Παλαιστίνη, θα έβρισκαν καταφύγιο στην Εβραϊκή κοινότητα.

Ο Μπαρκής έστειλε οδηγίες στον αδερφό του στην Αθήνα να χωρίσει τους Εβραίους πρόσφυγες σε ομάδες. Δυστυχώς, το πρώτο καράβι με τους 19 πρόσφυγες που ξεκίνησε στις 19 Δεκεμβρίου, δεν έφτασε στο Τσεσμέ και θεωρήθηκε ως αγνοούμενο. Μετά από κάποιον καιρό, μέλη της ομάδας αυτής βρέθηκαν στη Συρία. Προφανώς το καράβι τους είχε βυθιστεί και τους είχε περισυλλέξει άλλο πλοίο που τους πήγε στη Συρία.

Μετά από αυτήν την ατυχία, τα πλοία έφταναν κανονικά στο Τσεσμέ. Στην πορεία μερικοί Έλληνες αξιωματικοί εισχωρούσαν στις ομάδες των προσφύγων και ερχόντουσαν στο Τσεσμέ, κάτι που δεν ευχαριστούσε τους αντάρτες. Ο Μπαρκής, προκειμένου να μην προσβάλλει τον Τόμας, έδωσε οδηγίες στον αδερφό του να μην βοηθάει πλέον στην διαφυγή Ελλήνων αξιωματικών. Παρόλα αυτά, σε μια από τις ομάδες προσφύγων εμφανίστηκε και ο Γεώργιος Παπανδρέου (που αργότερα έγινε πρωθυπουργός της Ελλάδος), ο οποίος έτυχε της καλύτερης μεταχείρισης από τους Εβραίους της Σμύρνης.

Στις αρχές του 1944 ο Μεβέροβ επέστρεψε ξανά στη Σμύρνη από την Παλαιστίνη με σκοπό να επιθεωρήσει τις διαδικασίες και όρισε τον Μοσέ Αγκάμι ως υπεύθυνο των διαδικασιών στη Σμύρνη. Ο Αγκάμι μόλις είχε γυρίσει από την αποστολή του στην Περσία. Ο Σαλτιέλ γνώρισε τον Αγκάμι στον Τόμας. Στη συνάντηση αυτή ο Αγκάμι υποσχέθηκε στον Τόμας 5 χρυσές λίρες για κάθε πρόσφυγα και ζήτησε την προμήθεια άλλων 2 καραβιών. Ο Τόμας ορίστηκε στη θέση του Μπαρκή στην Αθήνα και ο Πλοίαρχος Ζαν πήρε τη θέση του Τόμας στην Εύβοια.

Ο Αντιπλοίαρχος Τόνυ Σάντερς από το Κάιρο διαμαρτυρήθηκε όταν στα καράβια που μετέφεραν Βρετανούς στρατιώτες, οι αντάρτες τοποθετούσαν και πρόσφυγες, μιας και αυτό πήγαινε ενάντια στους κανόνισμούς. Οι αντάρτες όμως, έχοντας στο μυαλό τους την αμοιβή των 5 λιρών, συνέχισαν.

Μια αναφορά με ημερομηνία 8 Απριλίου του 1944, αναφέρει ότι μέχρι εκείνη τη μέρα είχαν φτάσει στη Σμύρνη 500 πρόσφυγες. Μια επόμενη αναφορά, στις 23 Ιουνίου, αναφέρει την άφιξη 171 ακόμα προσφύγων. Η Εβραϊκή κοινότητα, υπό την επίβλεψη του Σαλτιέλ, ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Η παροχή φαγητού και ρούχων καθώς και χώρου διαμονής σε σπίτια για τους πρόσφυγες, δεν θα ήταν δυνατή αν δεν κινητοποιούνταν όλοι οι δυνατοί πόροι. Ο νεαρός βοηθός του Σαλτιέλ, ο Αβραάμ Σικουρέλ και οι φίλοι του, προσφέρθηκαν για να βοηθήσουν στην απαραίτητη οργάνωση. Βιομήχανοι και επιχειρηματίες συνέβαλαν στην οικονομική βοήθεια της κοινότητας. Αυτό δεν ήταν εύκολο, ιδιαίτερα μετά την επιβολή φόρου ακινήτων το 1942 που επιβλήθηκε κυρίως στις μειονότητες και είχε καταστρέψει οικονομικά πολλούς Εβραίους.

Μέχρι τον Αύγουστο του 1944 πάνω από 1.000 Εβραίοι είχαν διαφύγει στη Σμύρνη. 859 από αυτούς βρήκαν καταφύγιο στην Παλαιστίνη ενώ οι υπόλοιποι προτίμησαν άλλες χώρες. Ο Αγκάμι αφού ολοκλήρωσε την αποστολή του στην Τουρκία, μετατάχθηκε στη Ρουμανία προκειμένου να οργανώσει τη μεταφορά Εβραίων από εκεί στην Παλαιστίνη.

Με αυτές τις λίγες γραμμές, θα ήθελα να εκφράσω τον βαθύ σεβασμό μου στους Έλληνες της Εύβοιας, στους αδερφούς Μπαρκή, στις Τουρκικές και Βρετανικές αρχές, στους υπεύθυνους του Εβραϊκού Πρακτορείου – που ήταν όλοι εθελοντές – και ιδιαίτερα στην Εβραϊκή κοινότητα της Σμύρνης της οποίας ήμουν μέλος πριν μεταναστεύσω στο Ισραήλ.

Πηγές:

* Tuvia Friling: “Arrow in the Dark”-on the rescue attempts during the Holocaust {in Hebrew}

** “Crossroad Istanbul” by Vanya Pomerants {in Hebrew}

*** “Davar” the Israeli daily in may 6th 1983.

Γεννήθηκα στη Βιέννη αλλά από το 1933 μεγάλωσα στη Σμύρνη. Σαν φοιτητής στην Κωνσταντινούπολη, από το 1940 ως το 1944 ήμουν μέλος της οργανωτικής επιτροπής μιας οργάνωσης νέων με όνομα “Neemane Zion” (Οι πιστοί της Σιών) στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη και αργότερα επικεφαλής της οργάνωσης στη Σμύρνη. Ως αποτέλεσμα συνεργάστηκα με το Εβραϊκό Πρακτορείο και τους υπεύθυνους που είχε στείλει η “Hagana” (Η Εβραϊκή Αμυντική Δύναμη στην Παλαιστίνη) για τη νόμιμη και παράνομη μετανάστευση, όπως επίσης και με τον πρόεδρο της Εβραϊκής κοινότητας κ. Σαλτιέλ και τον βοηθό του κ. Σικουρέλ, μέχρι που εγκαταστάθηκα με τη γυναίκα μου και τον μικρό μου γιο στο “Gevulot”, ένα Κιμπούτς στο Negev, όταν ιδρύθηκε το κράτος του Ισραήλ.

 Heinz Ziffer

Επιμέλεια: Rachel A. Bortnick, 2001 Retour au sommaire – Copyright © 2003: Moïse Rahmani

 Πηγή: Heinz Ziffer «Rescuing Greek Jews under German occupation.»,www.sefarad.org/publication/lm/050/html/page20.html